Πόλεμος Ταυτοτήτων
(σχόλια στο έργο της J. Butler)
Χ. Αναγνωστοπούλου
«Βασικό μου πρόβλημα είναι να ορίσω το
υπόρρητο σύστημα που μας κρατά φυλακισμένους.
Θα ήθελα να κατανοήσω το σύστημα των ορίων και
του αποκλεισμού που εν αγνοία μας εφαρμόζουμε.
Θα ήθελα να φέρω στο φως το πολιτισμικό ασυνείδητο».
Φουκώ, Τελετουργικά αποκλεισμού.
Εισαγωγή
Η εργασία αυτή αποτελεί μία διερευνητική προσέγγιση στο έργο της Judith Butler αναφορικά με
την εννοιολόγηση του φύλου σύμφωνα με την ίδια. Επίσης, θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μίας πιο εκτεταμένης έρευνάς σχετικά με το ζήτημα του φύλου ως ζήτημα πολιτικής θεωρίας αλλά και πολιτικής δράσης, ως συνόλου πράξεων [επιτέλεση, ένα κοινωνικό τελετουργικό,] και ως προϊόν που παράγουν αυτές οι πράξεις και οι φυσικοποιημένες κινήσεις των σωμάτων των κοινωνικών υποκειμένων.
Η εργασία διαρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες. Η πρώτη ενότητα αποτελεί μία κριτική στο κυρίαρχο (δυτικό) επιστημολογικό παράδειγμα που προεικάζει την προτεραιότητα του πράττοντος έναντι της πράξης. Εδώ ο Νίτσε και η J.Butler, από διαφορετικό πρίσμα ο καθένας, έρχονται να το αμφισβητήσουν.
Η δεύτερη πραγματεύεται την διαδικασία διαμόρφωσης των Υποκειμένων από τη σκοπιά του
Hegel και στη συνέχεια της J.Butler. Ο Marx αντέστρεψε την διαλεκτική του Hegel, ενώ η J.Butler
την εγελιανή διαδικασία αναγνώρισης (υποκειμενοποίησης).
Στην επόμενη ενότητα παρατίθενται ή καλύτερα αντιπαρατίθενται οι θεωρήσεις του Πλάτωνα
και της J.Butler περί ψυχής. Από τη μία πλευρά, η ψυχή ως προϋπάρχον, ως ουσία και ,από την
άλλη, ως αποτέλεσμα ενός στυλιζαρισμένου συνόλου πράξεων, ένας εσωτερικός παράγοντας
επικύρωσης και επιβολής ταμπού, το ιδεώδες του Εγώ, που ρυθμίζει και καθορίζει την ανδρική και
θηλυκή ταύτιση.
Στην τέταρτη ενότητα εξετάζονται κάποιες νευραλγικής σημασίας έννοιες στο έργο της εν λόγω
θεωρητικού, όπως η επιτελεστικότητα και ο λόγος (λόγος εξουσιασμού). Παρουσιάζεται, επίσης, η
ερμηνεία της, στο πλαίσιο της θεωρίας της, για την Αντιγόνη του Σοφοκλή.
Α. Αποδομώντας το καθολικό υποκείμενο.
O Νίτσε στο έργο του “Βούληση για δύναμη”, προσπαθώντας να αποδώσει μια διαφορετική
θεώρηση στο καρτεσιανό cogito ergo sum, μεταφέρει τη συζήτηση σε καθαρά οντολογικό επίπεδο.
Η (ύπαρξη) της σκέψης προϋποθέτει την ύπαρξη του σκεπτόμενου όντος, μ' αυτόν τον τρόπο,
υποστηρίζει, σχηματίζουμε στο μυαλό μας και αποδεχόμαστε την a priori ύπαρξη αυτού που
ενεργεί, αυτού, δηλαδή, που είναι το σκεπτόμενο υποκείμενο/ουσία. Για τον Νίτσε, η αποδοχή
αυτής της θέσης είναι αποτέλεσμα, απλά και μόνο, της γλωσσικής λειτουργίας που προϋποθέτει
πάντοτε την ύπαρξη ενός δρώντος υποκειμένου στην περίπτωση που έχουμε ένα αποτέλεσμα
δράσης (σκέψη). Ο “λόγος” καθοδηγεί τον νου στην κατασκευή/σύλληψη ενός υποκειμένου επειδή
το “θεωρεί” μέσα από τη γλωσσική διαδικασία και με βάση τους κανόνες της που ήδη έχει
αποδεχτεί ως δεδομένους.1
O Νίτσε προσπαθεί να αποδομήσει την φαινομενολογική θεώρηση του θετικισμού (“υπάρχουν
μόνο γεγονότα”) αρνούμενος την ύπαρξη των γεγονότων και αποδεχόμενος την άποψη ότι:
“υπάρχουν μόνο ερμηνείες”.2Όμως για τον Νίτσε, το υποκείμενο δεν είναι “καθόλου δεδομένο” με
αποτέλεσμα ακόμα και η άποψη ότι υπάρχουν μόνο υποκειμενικές ερμηνείες να στερείται
νοήματος. Γιατί, όμως, ο φιλόσοφος έρχεται, στο τελευταίο έργο του, να θεμελιώσει μία “απουσία”
υποκειμένου; Γιατί το Υποκείμενο θα δεχτεί την έσχατη επίθεσή του και μάλιστα μέσα από μια
γλωσσολογική στροφή; “Βάζουμε μία λέξη εκεί που αρχίζει η άγνοιά μας, όπου δεν μπορούμε να
δούμε παραπέρα, π.χ. τη λέξη “εγώ”!3 Ο Νίτσε συνδέει την έννοια της “ουσίας” με την έννοια του
Υποκειμένου, το υποκείμενο δημιουργεί την ουσία (Όν) και όχι το αντίστροφο όπως,
χαρακτηριστικά, αναφέρει: “Αν παρατηρήσουμε την ψ υ χ ή, το υποκείμενο, η προϋπόθεση για μια
1 Φ. Νίτσε, Η Θέληση για δύναμη, Αθήνα, Νησίδες, 2001, απ. 484. Βλ. και A. Schrift, “Judith Butler: Une nouvelle Existentaliste?” Philosophy Today, v. 41, n.1, 2001.
2 Φ. Νίτσε, ο.π., απ. 481.
3 Φ. Νίτσε, ο.π., απ. 482.