Ενημέρωση για τους αναγνώστες του blog.

Ενημέρωση για τους αναγνώστες του blog.

Η σελίδα αυτή δημιουργήθηκε για να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο επικοινωνίας μεταξύ όλων όσων ενδιαφέρονται και ασχολούνται με την ιστορία των πολιτικών ιδεών.
Η σελίδα θα δέχεται διευκρινιστικές ερωτήσεις, σχόλια και επιμέρους απόψεις, κείμενα, άρθρα κ.α. τα οποία έχουν άμεση σχέση με τα παραπάνω. Μπορείτε να χρησιμοποιείτε ελεύθερα το περιεχόμενο των αναρτήσεων αρκεί να αναφέρετε συγγραφέα, αποστολέα - συνεργάτη και το blog μας. Διατηρούμε την επιφύλαξη προέγκρισης των σχολίων για λόγους ευπρέπειας, ομαλής διεξαγωγής των συζητήσεων και αποφυγής φανατισμών και χυδαίων εκφράσεων.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Πόλεμος Ταυτοτήτων
(σχόλια στο έργο της J. Butler)

Χ. Αναγνωστοπούλου


«Βασικό μου πρόβλημα είναι να ορίσω το
υπόρρητο σύστημα που μας κρατά φυλακισμένους.
Θα ήθελα να κατανοήσω το σύστημα των ορίων και
του αποκλεισμού που εν αγνοία μας εφαρμόζουμε.
Θα ήθελα να φέρω στο φως το πολιτισμικό ασυνείδητο».
Φουκώ, Τελετουργικά αποκλεισμού.

Εισαγωγή
Η εργασία αυτή αποτελεί μία διερευνητική προσέγγιση στο έργο της Judith Butler αναφορικά με
την εννοιολόγηση του φύλου σύμφωνα με την ίδια. Επίσης, θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μίας πιο εκτεταμένης έρευνάς σχετικά με το ζήτημα του φύλου ως ζήτημα πολιτικής θεωρίας αλλά και πολιτικής δράσης, ως συνόλου πράξεων [επιτέλεση, ένα κοινωνικό τελετουργικό,] και ως προϊόν που παράγουν αυτές οι πράξεις και οι φυσικοποιημένες κινήσεις των σωμάτων των κοινωνικών υποκειμένων.
 Η εργασία διαρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες. Η πρώτη ενότητα αποτελεί μία κριτική στο κυρίαρχο (δυτικό) επιστημολογικό παράδειγμα που προεικάζει την προτεραιότητα του πράττοντος έναντι της πράξης. Εδώ ο Νίτσε και η J.Butler, από διαφορετικό πρίσμα ο καθένας, έρχονται να το αμφισβητήσουν.
Η δεύτερη πραγματεύεται την διαδικασία διαμόρφωσης των Υποκειμένων από τη σκοπιά του
Hegel και στη συνέχεια της J.Butler. Ο Marx αντέστρεψε την διαλεκτική του Hegel, ενώ η J.Butler
την εγελιανή διαδικασία αναγνώρισης (υποκειμενοποίησης).
Στην επόμενη ενότητα παρατίθενται ή καλύτερα αντιπαρατίθενται οι θεωρήσεις του Πλάτωνα
και της J.Butler περί ψυχής. Από τη μία πλευρά, η ψυχή ως προϋπάρχον, ως ουσία και ,από την
άλλη, ως αποτέλεσμα ενός στυλιζαρισμένου συνόλου πράξεων, ένας εσωτερικός παράγοντας
επικύρωσης και επιβολής ταμπού, το ιδεώδες του Εγώ, που ρυθμίζει και καθορίζει την ανδρική και
θηλυκή ταύτιση.
Στην τέταρτη ενότητα εξετάζονται κάποιες νευραλγικής σημασίας έννοιες στο έργο της εν λόγω
θεωρητικού, όπως η επιτελεστικότητα και ο λόγος (λόγος εξουσιασμού). Παρουσιάζεται, επίσης, η
ερμηνεία της, στο πλαίσιο της θεωρίας της, για την Αντιγόνη του Σοφοκλή.


Α. Αποδομώντας το καθολικό υποκείμενο.
O Νίτσε στο έργο του “Βούληση για δύναμη”, προσπαθώντας να αποδώσει μια διαφορετική
θεώρηση στο καρτεσιανό cogito ergo sum, μεταφέρει τη συζήτηση σε καθαρά οντολογικό επίπεδο.
Η (ύπαρξη) της σκέψης προϋποθέτει την ύπαρξη του σκεπτόμενου όντος, μ' αυτόν τον τρόπο,
υποστηρίζει, σχηματίζουμε στο μυαλό μας και αποδεχόμαστε την a priori ύπαρξη αυτού που
ενεργεί, αυτού, δηλαδή, που είναι το σκεπτόμενο υποκείμενο/ουσία. Για τον Νίτσε, η αποδοχή
αυτής της θέσης είναι αποτέλεσμα, απλά και μόνο, της γλωσσικής λειτουργίας που προϋποθέτει
πάντοτε την ύπαρξη ενός δρώντος υποκειμένου στην περίπτωση που έχουμε ένα αποτέλεσμα
δράσης (σκέψη). Ο “λόγος” καθοδηγεί τον νου στην κατασκευή/σύλληψη ενός υποκειμένου επειδή
το “θεωρεί” μέσα από τη γλωσσική διαδικασία και με βάση τους κανόνες της που ήδη έχει
αποδεχτεί ως δεδομένους.1
O Νίτσε προσπαθεί να αποδομήσει την φαινομενολογική θεώρηση του θετικισμού (“υπάρχουν
μόνο γεγονότα”) αρνούμενος την ύπαρξη των γεγονότων και αποδεχόμενος την άποψη ότι:
“υπάρχουν μόνο ερμηνείες”.2Όμως για τον Νίτσε, το υποκείμενο δεν είναι “καθόλου δεδομένο” με
αποτέλεσμα ακόμα και η άποψη ότι υπάρχουν μόνο υποκειμενικές ερμηνείες να στερείται
νοήματος. Γιατί, όμως, ο φιλόσοφος έρχεται, στο τελευταίο έργο του, να θεμελιώσει μία “απουσία”
υποκειμένου; Γιατί το Υποκείμενο θα δεχτεί την έσχατη επίθεσή του και μάλιστα μέσα από μια
γλωσσολογική στροφή; “Βάζουμε μία λέξη εκεί που αρχίζει η άγνοιά μας, όπου δεν μπορούμε να
δούμε παραπέρα, π.χ. τη λέξη “εγώ”!3 Ο Νίτσε συνδέει την έννοια της “ουσίας” με την έννοια του
Υποκειμένου, το υποκείμενο δημιουργεί την ουσία (Όν) και όχι το αντίστροφο όπως,
χαρακτηριστικά, αναφέρει: “Αν παρατηρήσουμε την ψ υ χ ή, το υποκείμενο, η προϋπόθεση για μια

1 Φ. Νίτσε, Η Θέληση για δύναμη, Αθήνα, Νησίδες, 2001, απ. 484. Βλ. και A. Schrift, “Judith Butler: Une nouvelle Existentaliste?” Philosophy Today, v. 41, n.1, 2001.
2 Φ. Νίτσε, ο.π., απ. 481.
3 Φ. Νίτσε, ο.π., απ. 482.



“ουσία”, γενικά, εξαφανίζεται. Αποκτούμε βαθμούς του όντος αλλά χάνουμε το Όν”!4 Ο Νίτσε,
προφανώς, δεν αερολογεί. Επιλέγοντας τη δική του οντολογική ερμηνεία μεταφέρει τη συζήτηση
σε γνωσιολογικά επίπεδα. “Πρέπει να γνωρίζει κανείς τι είναι το Είναι προκειμένου να αποφασίσει
αν αυτό ή εκείνο είναι π ρ α γ μ α τ ι κ ό”, το υποκείμενο ερμηνεύεται από μέσα μας έτσι ώστε το
Εγώ να μετρά σαν Ουσία, σαν αιτία κάθε πράξης, σαν δρων/πράττων.
Στη συνέχεια επιλέγει μια εγελιανή έννοια για να εξηγήσει αυτό που ο Νίτσε θεωρεί θεμελιώδες
στη διαδικασία της γνώσης, η “ενικότητα” είναι ήδη φοβερά πολύπλοκη έννοια, δεν μπορούμε να
έχουμε πλήρη γνώση της, έχουμε μόνο μια ε π ί φ α σ η “ενικότητας”.5 Αυτή η ενικότητα είναι που
θα αποτελέσει τον κύριο στόχο της Butler στην προσπάθειά της να ανασυγκροτήσει την έννοια της
Ουσίας, ως Όντος που προϋπάρχει της γνωσιακής δραστηριότητας του ανθρώπινου νου και είναι
απεγκλωβισμένη από στερεότυπα που διαστρέφουν την αυθεντική της διάσταση, υποτασσόμενη σε
έναν κυρίαρχο λόγο που συγκροτήθηκε ως λόγος του κυρίαρχου αρσενικού και δομήθηκε μέσα από
τη λογική της εξουσίασης και καθυπόταξης του αυθεντικού. Για την Butler, η αποδόμηση της
κυρίαρχης διάστασης της έννοιας του Υποκειμένου, ως προπολιτικού και προ-λογικού
μορφώματος, θα οδηγήσει στην ανάδειξη μιας άλλης διάστασης της Ουσίας – Όντος, μέσα από την
αυθεντική ά φ υ λ η διάστασή της έτσι ώστε να καταδείξει τις στοχεύσεις της κυρίαρχης
οντολογικής διάστασης της έννοιας και την απόρριψη και τη χειραγώγηση του διαφορετικού. Ο
πόλεμος των Ταυτοτήτων, μεταφέρεται από τη Butler, από ένα επιμέρους κεφάλαιο των
πολιτισμικών σπουδών σε ένα θεμελιώδες οντολογικό – μεταφυσικό ερώτημα που θα προσπαθήσει
να αναδείξει και να επανερμηνεύσει, χρησιμοποιώντας ένα πλούτο υλικού που – αδιαμφισβήτητα –
τη βοηθά να εισχωρήσει σε δύσβατα μονοπάτια που συνδυάζουν βασικές παραμέτρους της
φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης και της πολιτικής σκέψης.

4 Φ. Νίτσε, ο.π., απ. 485.
5 Φ. Νίτσε, ο.π., απ. 486, 488, 489.

Β. Η κατασκευή του Υποκειμένου.
Η συγκρότηση της έννοιας του Υποκειμένου αποτέλεσε το κεντρικό σημείο της νεότερης
φεμινιστικής θεωρίας. Το Υποκείμενο εμφανίζεται ως “κατασκευασμένο”, “προϊόν”,
“εγγεγραμμένο”, “ενσωματωμένο”, “ορισμένο” και “τυποποιημένο”.6 H επιλογή τού χαρακτήρα για
τον ορισμό της έννοιάς του εμπεριέχει σημαντικές αξιολογήσεις και θεωρητικές επιλογές που είναι
δυνατόν να οδηγήσουν σε τελείως αντικρουόμενα ή εσφαλμένα συμπεράσματα. Η Butler θα
προσπαθήσει, σε όλη την εργογραφία της, να προσδιορίσει αυτό που εμφανίζεται ως εξαιρετικά
δύσκολο να συγκροτηθεί σε έννοια που να απορρίπτει προσδιορισμούς και αξιολογήσεις που
διαστρέφουν την αυθεντικότητά του. Η προσπάθειά της ξεκινά (όπως και ολόκληρη η συζήτηση
περί ταυτοτήτων) από την εγελιανή προσέγγιση της συγκρότησης μιας συνείδησης που θα αναδυθεί
ως υποκείμενο, μέσα από τη διαλεκτική τής ιστορίας και, ιδιαίτερα, της σχέσης αφέντη – δούλου.7
O Hegel στον πρόλογο της Φαινομενολογίας του Πνεύματος ορίζει ως π ρ α γ μ α τ ι κ ό το
Υποκείμενο εφόσον η Υπόστασή του διαμεσολαβεί μεταξύ της Ε τ ε ρ ο ί ω σ η ς της και του
Ε α υ τ ο ύ της.8 Ορίζοντας ως διαμεσολάβηση την καθαρή αρνητικότητα, προσδιορίζει το
Υποκείμενο μέσα από την άρνησή του, σε μία διαρκή κινητικότητα που αποσκοπεί στην επίτευξη
του “τέλους”, με την αριστοτελική έννοια. Το τέλος θα είναι, κατά τον Χέγκελ, το Όλον, το
“καθολικό” , δηλαδή η καθαρή πνευματικότητα με την μορφή της απλής αμεσότητας.9
Η εγελιανή πρόταση ορίζει το Έτερον (Ετερότητα) ως το αντίθετο στο Καθολικό και του

6 T. V. Kaufman – Osborn, “Fashionable Subjects: On J. Butler and the Causal Idioms of Postmodern Feminist Theory”, Political Research Quartely, v. 50, n.3, 1997 .
7 J. Butler, H ψυχική ζωή της εξουσίας, Αθήνα, Πλέθρον, 2009, σ. 49-68.
8 Χέγκελ Γ., Η Φαινομενολογία του Πνεύματος, Αθήνα, Δωδώνη, 1993, παρ. 18.
9 Χέγκελ Γ., ο.π., παρ. 20 και 26.

αποδίδει τον χαρακτηρισμό του “ψευδούς” εφόσον προκύπτει από ένα δογματικό τρόπο σκέψης
που συμπεραίνει ότι το αληθές έχει τη ο υ σ ί α του σε μία πρόταση που είναι σ τ α θ ε ρ ό
αποτέλεσμα.10 Κάνοντας μία αναδρομή στην κλασική ελληνική σκέψη αναφέρει ότι η Ύπαρξη/
Ε ί δ ο ς είναι μία “προσδιορισμένη” καθολικότητα. Αυτός, όμως, ο προσδιορισμός του Είδους
γίνεται από ένα Ά λ λ ο. Η γνώση του Είναι γίνεται, έτσι, γνώση του Είναι–κάτι το οποίο
αντιδιαστέλλεται με το Καθεαυτό-Είναι που είναι το εκτός γνώσης Όν, η αλήθεια. Η καθολικότητα
αποκαλύπτεται ως Οντότητα μέσω της άρνησης, ένα μη-αυτό που με την ίδια αδιαφορία, όπως
αναφέρει, είναι και Αυτό και Εκείνο.
Η γλώσσα, εμφανίζεται στον Χέγκελ, ως το εργαλείο της διαμεσολάβησης, αυτό, δηλαδή, που
θα αποδώσει στο Όν/Ουσία την πραγμότητά του (Dingheit), δηλαδή θα αποδώσει σ' αυτό τις
ι δ ι ό τ η τ ε ς που είναι τέτοιες μόνο στο βαθμό που διαφοροποιούνται και αναφέρονται στις άλλες
ως αντίθετες.11 Η πρώτη αντίληψη του πράγματος είναι ως Έν. Στην πορεία, λόγω της επίδρασης
του στοχασμού εμφανίζονται διάφορες ιδιότητες, όμως η “ολική διαφορετικότητα” δεν προέρχεται
από το Πράγμα αλλά από εμάς τους ίδιους, εμείς είμαστε το Καθολικό Μέσο όπου αποχωρίζονται
τέτοιες πλευρές.12
Ο Χέγκελ διαχωρίζει το Έν (επιμέρους) από το Καθολικό προσπαθώντας να αναδείξει μία
Καθολικότητα που παραμένει η ίδια προς τον Εαυτό της αλλά συνειδητοποιεί τις διάφορες φάσεις
της διαφοροποίησης του Πράγματος μέσα από ενέργειες που η ίδια στοχάζεται και
υποκειμενικοποιεί. Η Καθολικότητα γίνεται έτσι το αντίθετο της Ενικότητας και εξαρτάται από
αυτή. Αυτή θα είναι και η αφετηρία της Butler για να δομήσει τη δική της εικόνα τού (προπολιτικού
και προλογικού) ά φ υ λ ο υ Υποκειμένου, προκειμένου να αναιρέσει τις – εσφαλμένες, κατά τη
γνώμη της – φεμινιστκές θεωρήσεις του Υποκειμένου αλλά, κυρίως, για να αναδείξει τη λειτουργία
του εξουσιαστικού πολιτικού λόγου που εκφράζεται ως ο λόγος του κυρίαρχου, ετεροφυλοφιλικού
άρρενος, ως λόγος καθυπόταξης και αποκοπής/αποκλεισμού του “διαφορετικού” από τις πολιτικές
κοινωνίες.13
Η Butler, αντιστρέφοντας, ουσιαστικά τον Χέγκελ, αντιλαμβάνεται ότι ο προσδιορισμός του
Είδους/επιμέρους/διαφορετικού δεν μπορεί να είναι μια διαδικασία που οδηγεί (ως τέλος) σε μία
Καθολικότητα που “εξαφανίζει” το Φύλο ως πολιτική – εξουσιαστική κατασκευή. Η θέση της είναι
ότι μέσα από τις πολιτισμικές σπουδές, το φεμινιστικό κίνημα και τις μετα-μαρξιστικές θεωρήσεις,
το (οποιοδήποτε) Είδος απελευθερώνεται αποκαλύπτοντας και ανατρέποντας τη δυναμική της

10 Χέγκελ Γ., ο.π., παρ. 26, 39, 40.
11 Χέγκελ Γ., ο.π., παρ. 82, 96, 114.
12 Χέγκελ Γ., ο.π., παρ. 119.
13 Χέγκελ Γ., ο.π., παρ. 130 και J Butler, : “..το πεδίο της πολιτικής και γλωσσικής αντιπροσώπευσης/αναπαράστασης όρισε εκ των προτέρων το κριτήριο βάσει του οποίου ορίζονται τα υποκείμενα”, Αναταραχή Φύλου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2009, σ. 26.

καθυπόταξης, όπως θεσπίζεται, κυρίως, μέσα από τον κυρίαρχο “λόγο”/Νόμο. Για να θεμελιώσει,
λοιπόν, τη θεωρία της πρέπει, οπωσδήποτε, να αντιστρέψει την εγελιανή οντολογία και να ψάξει να
βρει αυτό το προ-οντολογικό Όν, το οποίο μέσα από την υπόσταση μιας ά-φυλης
υποκειμενικότητας εμφανίζεται ως αμφιλοφυλικό και, κυρίως, ως η προ-βιολογική και προ-
κοινωνική Μοναδικότητα. Η προσπάθειά της, πλέον, μεταφέρεται σε καθαρά μεταφυσικό –
οντολογικό επίπεδο με έντονα υπαρξιακά στοιχεία.14
Η Butler, παίρνει από τον Χέγκελ τη διαλεκτική της σχέσης αφέντη – δούλου. Η χρησιμοποίηση
αυτής της μεθόδου για να προσδιορίσει την κατασκευή/συνειδητοποίηση της ταυτότητας από το
Υποκείμενο, την εξυπηρετεί αλλά μέχρι ένα σημείο. Η θεώρηση μέσα από τη διαλεκτική του έργου
του δούλου και την αναγνώριση από την πλευρά του ότι αυτό που δημιουργεί του είναι ξένο,
παρότι εμπεριέχει τον προσωπικό κόπο, και απαλλοτριωμένο, προσφέρει στη Butler το εργαλείο για
να σταθεί στη δυνατότητα του Υποκειμένου επιστροφής στον Εαυτό και θεώρησής του μέσα από
τη μίμηση (προς τον αφέντη). Το Υποκείμενο αναγνωρίζει τα “προσωπικά” του σημάδια στο έργο
που δημιούργησε αλλά δεν του ανήκει, αναγνωρίζει δηλαδή αυτό που τον διαφοροποιεί από αυτόν
που απαλλοτρίωσε την εργασία του και μάλιστα, αναγνωρίζει την αδυναμία απόκτησης του δικού
του δημιουργήματος. Ο “φόβος” της ποινής αποκόπτει το Υποκείμενο από το έργο αλλά επιτελεί
μία άλλη, θαυμαστή, λειτουργία. Οδηγεί το Υποκείμενο να στοχαστεί και να προσδιορίσει εκείνα
τα στοιχεία που το ορίζουν ως Άλλο, διαφορετικό από τον αφέντη-απαλλοτριωτή. Όπως λέει η
Butler εδώ έχουμε δύο διακυβεύματα. Πρώτον, ότι το αντι-κείμενο δηλώνεται σ' αυτό που το
κατασκευάζει (ως δημιούργημά του) και δεύτερο, ότι το αντι-κείμενο δημιουργείται για να
παραδοθεί σε άλλο κάτω από καθεστώς φόβου.15 Η αυτοσυνειδητότητα του δούλου είναι η στιγμή
που το “υποτελές” υποκείμενο περνά στη φάση της “δυστυχισμένης συνείδησης”.16 Το υπο-κείμενο
αποδέχεται την υποταγή με τη μορφή απειλής της τιμωρίας αλλά παράλληλα, εφόσον έχει
προχωρήσει στο στάδιο της αυτοσυνειδητότητας, αυτή η τιμωρία συγκροτείται, πλέον, με τη μορφή
καθυπόταξης μέσω του η θ ι κ ο ύ κανόνα.
Η Butler χρησιμοποιεί την εγελιανή διαλεκτική της σχέσης αφέντη – δούλου για να
προσδιορίσει πως το υποκείμενο συνθλίβεται μέσα από τις επιταγές ενός “ηθικού” νόμου που
κατασκευάστηκε για την καθυπόταξή του αλλά, παράλληλα, έρχεται να εξαγνίσει, με διάφορους
τρόπους, αυτό που ως νόμος της κοινωνίας θεώρησε ως ανόσιο και αξιόποινο, για να απαλλάξει τη
δυστυχισμένη συνείδηση από τη φοβερή σύγκρουση που ξεσπά μέσα της. Όμως, εδώ, η Butler, έχει

14 J. Butler, Αναταραχή Φύλου, σ. 72-73 και 106-107. Επίσης και στο G. Boucher, “Judith Butler's Postmodern
Existentialism: A Critical Analysis”, Philosophy Today, v. 48, n.4, 2004, όπου αποτελεί το κύριο σημείο του
συμπεράσματός του.
15 J. Buter, Η ψυχική ζωή της εξουσίας, σ. 50-51, 54-55.
16 J. Buter, Η ψυχική ζωή της εξουσίας, σ. 57. Επίσης στο Sara Salih, Judith Butler, Νέα Υόρκη, Routledge, 2002, σ.
22-24, 121-122.

να αντιμετωπίσει ένα τεράστιο μεθοδολογικό πρόβλημα. Πώς αυτό το προ-βιολογικό
αμφιφυλόφυλο υποκείμενο βρίσκεται στο επόμενο στάδιο όπου πλέον από το καθεστώς της
πλήρους αυτονομίας έχει περιπέσει στο (κοινωνικό) στάδιο της καθυπόταξης και του ηθικού νόμου;
Γιατί και με ποιόν τρόπο αρχίζει να συγκροτείται αυτό που η ίδια αναφέρει ως “επιτελεστικότητα”
μέσα από έναν εξουσιαστικό λόγο;
Η μαρξιστική θεώρηση της εξέλιξης της οικογένειας μέσα από την εξέλιξη της ιδιοκτησίας
(Ενγκελς)17 της προσφέρει ένα εργαλείο για να αποδείξει την ιστορικότητα της καθυπόταξης και
του ρόλου της γυναίκας στις κοινωνίες ανισότητας που δημιουργούνται μέσα από ένα διαλεκτικό
σχήμα εξέλιξης της ιστορίας. Αυτό το σχήμα, όμως, δεν απαντά στην πρωταρχική ερώτηση
επιλογής σεξουαλικότητας και καθυπόταξης των διαφορετικών επιλογών.18 Η ίδια μάλιστα,
αποφεύγει να ενστερνιστεί αυτά τα οποία αποκαλεί “πιθανές μυθοπλασίες”.
Οι Μπέργκερ – Λούκμαν, προσπαθώντας να αναλύσουν τον τρόπο με τον οποίο
“κατασκευάζεται” κοινωνικά η πραγματικότητα, χρησιμοποιούν την έννοια της “πραγμοποίησης”
θέλοντας να καταλήξουν στο πως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα ανθρώπινα φαινόμενα σαν να
ήταν “πράγματα”, ξεχνώντας ότι ο ίδιος είναι παραγωγός των πραγμάτων και εξαφανίζοντας τη
διαλεκτική σχέση δημιουργού – προϊόντος μέσα στη συνείδησή του. Ο άνθρωπος, υποστηρίζουν,
έχει την ικανότητα να παράγει μία πραγματικότητα που τον αρνείται!19 Για να δημιουργηθεί αυτή η
αντι-διαλεκτική, φαντασιακή θεώρηση του Υποκειμένου σε επίπεδο αυτοσυνείδησης πρέπει τα
εξωτερικευμένα αντικείμενα της ανθρώπινης διαδικασίας να αποκτήσουν τον χαρακτήρα της
αντικειμενικότητας, πρέπει, δηλαδή, να περάσουμε από το στάδιο της “αντικειμενοποίησης” . Η
δημιουργία αυτού του “οντολογικού στάτους”, όπως το αναφέρουν σχετίζεται, απόλυτα, με την
ανθρώπινη δραστηριότητα.20
Η συσσώρευση αντικειμενικοποιήσεων [που δημιουργούνται πάντα μέσα από τη συμμετοχή
στην π ρ ά ξ η] δημιουργεί έναν ολόκληρο τομέα συνείδησης που δομείται ως διαθέσιμες,
κοινωνικά, τυποποιήσεις. Η γλώσσα αποτελεί τον πρωταρχικό παράγοντα συγκρότησης και
συνέχισης αυτής της λειτουργίας. Για τους Μπέργκερ – Λούκμαν, αυτός ο τομέας είναι ο “αληθινά
κοινωνικός εαυτός”.21 Οι τυποποιήσεις αυτές διαφέρουν ανάλογα με τα σύμπαντα μέσα στα οποία ο
άνθρωπος βιώνει το αποτέλεσμα της πράξης του. Αυτά τα υπο-σύμπαντα νοημάτων αποδίδουν και
διαφορετικές προοπτικές γι' αυτό που αυτά “θεωρούν” ως “συνολική κοινωνία”. Παράλληλα,
όμως, επιτελούν και μία άλλη ξεχωριστή λειτουργία. Προσδιορίζουν αυτούς που είναι ε κ τ ό ς των
υποσυμπάντων αυτών και τον τρόπο με τον οποίο π ρ έ π ε ι να παραμείνουν εκτός ή πρέπει να

17 Φ. Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ιδιοκτησίας και του κράτους, Αθήνα, Αναγνωστίδης, χχ.
18 J. Butler, Αναταραχή φύλου, σ. 64-65.
19 Π. Μπέργκερ – Τ. Λούκμαν, Η Κοινωνική Κατασκευή της Πραγματικότητας, Αθήνα, νήσος, 2003, σ. 169 – 171.
20 Π. Μπέργκερ – Τ. Λούκμαν, ο.π., σ. 121.
21 Π. Μπέργκερ – Τ. Λούκμαν, ο.π., σ. 141-142.

ενσωματωθούν στο υποσύμπαν.
Η Butler θα μπορούσε να επιλέξει ως αφετηρία για επίλυση του οντολογικού προβλήματος που
τέθηκε και πρέπει να ξεπεραστεί, τη “συλλογική υποστασιοποίηση νοημάτων” που θέτουν τα
επιμέρους κοινωνικά σύνολα αναφερόμενα, κυρίως, στη [διαφορετική για το καθένα] θεώρηση της
“συνολικής κοινωνίας”. Αφού, λοιπόν, αντέστρεψε το μεθοδολογικό – οντολογικό εγελιανό
εργαλείο, γιατί να μην αντιστρέψει την κοινωνιολογική – οντολογική δόμηση του (συνολικού)
κοινωνικού εαυτού; Ιχνηλατώντας την πορεία προς τις απαρχές της ανθρώπινης κοινωνίας θα
μπορούσε να ανιχνεύσει την εικόνα αυτού του (ιδιαίτερου) άφυλου Υποκείμενου που προσπαθεί να
ανακαλύψει. Παρά τις αναφορές της στον Λεβύ – Στρώς και την αναζήτηση στο έργο του ενός προ-
πολιτικού, προ-κοινωνικού Υποκειμένου, παρά την, σε ευρεία κλίμακα, χρήση αυτού που ο Στρως
ονομάζει universality (l' univers des regles) και τη χρήση από την πλευρά του ενός συνδέσμου
μεταξύ του “κανόνα” και της προκοινωνικής κατάστασης22, η Butler επέλεξε, ουσιαστικά, άλλο
δρόμο για να επιλύσει τα οντολογικά προβλήματα που αντιμετώπισε.

22 Judith Butler, Antigone's claim – kinship between life and death, Νέα Υόρκη, Columbia U.P., 2000, σ. 15.
Γ. Η Ταυτότητα της Ψυχής.
Ο Πλάτωνας, στον Φαίδωνα, παρουσιάζει τον Σωκράτη να συνομιλεί με τον Σιμμία για αυτό
που αποκαλεί “ψ υ χ ή”. Η πρόταση των μαθητών του για να δραπετεύσει έχει απορριφθεί και η
συζήτηση έχει στραφεί στην αιτιολόγηση της απόφασης του Σωκράτη. Για τον φιλόσοφο το
ζητούμενο είναι ο απεγκλωβισμός από τη γήινη πραγματικότητα, όπως βιώνεται μέσα από το
σ ώ μ α, και η προσπάθεια γνώσης της Ο υ σ ί α ς , ή όπως ακριβώς αναφέρει: “ο τυγχάνει έκαστον
όν”.23 Ο Πλάτωνας συγκροτεί τη δική του Οντολογία με τη διαμεσολάβηση της ψυχής. Το σ ώ μ α
με τις επιθυμίες του στρέφει τον άνθρωπο στα υλικά αγαθά. Το ερώτημα του Σωκράτη έγκειται στο
αν είναι δυνατή η γνώση των Όντων ή αν πρέπει να πεθάνουμε για να φτάσουμε σ' αυτή.24
H καταστροφή του σώματος οδηγεί σε μία α-σώματη πραγματικότητα απόλυτης καθαρότητας.
Ο Εαυτός που έχει αποκτήσει μία άλλη υπόσταση, ως ψυχή, θα καταστεί ικανός να προχωρήσει
στην “α υ τ ο – γ ν ω σ ί α” του, να συγκροτηθεί, δηλαδή, ως Υποκείμενο “ο λ ο κ ά θ α ρ ο” μέσα
σ' ένα σύμπαν αληθινών και καθαρών όντων.25 Βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο όρος
“υποκείμενο” δεν ταιριάζει [ετυμολογικά και εννοιολογικά] στην πλατωνική θεώρηση της Ουσίας.
Το Υπο-κείμενο δεν συγκροτείται μέσα από μία διαλεκτική σχέση εξουσίασης. Αντιθέτως, το Υπο-
κείμενο συγκροτείται μέσα από μια μετάβαση από μία μορφή ύπαρξης σε μία άλλη δίχως τη
διαμεσολάβηση κανενός. Η αποστέρηση των υλικών χαρακτηριστικών του υποκειμένου,
δημιουργεί ένα Όν στερούμενο επιμέρους (υλικών) ιδιοτήτων με την ικανότητα να αυτο-
συγκροτείται ως Όν εμπεριέχοντας το χαρακτηριστικό που το οδηγεί σ' αυτή τη μετάβαση [ψυχή –
γνώση] και όχι δ ι α του χαρακτηριστικού [γνώση]. Ουσιαστικά, ο Πλάτωνας, συγκροτώντας τη
θεωρία του για την ψυχή, κατασκευάζει το ά-φυλο Υποκείμενο της Butler και μάλιστα με τέτοιο

23 Πλάτων, Φαίδων, 65e.
24 Πλάτων, Φαίδων, 66e, 67a.
25 Πλάτων, Φαίδων, 67 b,c.
τρόπο ώστε, δέσμιος των θεωρητικών του επιλογών, θα αναγκαστεί να αποδεχτεί επιλογές
αταίριαστες και ακραίες για την εποχή του, όπως τη συμμετοχή των γυναικών στην παιδαγωγική
διαδικασία και την ανάδειξή τους στη θέση των φιλοσόφων, με την ικανότητα να διοικούν την
Πόλη. Η Ψυχή έχει αποκαλυφθεί ότι δεν έχει φύλο.
Η Butler θα χρησιμοποιήσει τον όρο ψ υ χ ή, 26όχι βέβαια μέσα από αναφορές της στον
Πλάτωνα αλλά, μέσα από τη φροϋδική διάστασή της. Όπως ακριβώς αναφέρει: “Η πίεση που
ασκείται από τα τείχη της κοινωνίας επιβάλλει μία εσωτερίκευση που κορυφώνεται με την
π α ρ α γ ω γ ή της ψυχής, παραγωγή που νοείται ως π ρ ω τ ο γ ε ν έ ς καλλιτεχνικό επίτευγμα, ως
κατασκευή ενός ι δ ε ώ δ ο υ ς.”27 Η Butler, μέσω Νίτσε και “κακής συνείδησης” ορίζει την
προθετικότητα των κοινωνικών κανόνων, όπως δομείται ως αναστοχαστικότητα του Εαυτού και,
εργαλειακά, ως προϊόν του λ ό γ ο υ. Παράλληλα, όμως, το συνολικό επιχείρημά της θεμελιώνεται
πάνω στη δημιουργία ενός “Εγώ” που μπορεί να αντέξει στον χρόνο. Η Ψυχή (Εγώ) της Butler δεν
προϋπάρχει της αναστοχαστικής κίνησης αλλά δημιουργείται από τη στροφή της βούλησης κατά
του εαυτού της που παράγει τα μεταφορικά σχήματα της ψυχικής ζωής.28 Η ψυχική αυτή επιλογή,
μέσα από το φροϋδικό “ιδεώδες του Εγώ” προσδίδει στον Εαυτό – Ψυχή τις κοινωνικές διαστάσεις
του έρωτα προς τον Εαυτό ως μορφή ομο-φυλοφιλικής ενόρμησης. Έτσι, παρά την “απαγόρευση”
που θα ακολουθήσει από τον, εξουσιαστικά, διαμορφωμένο κοινωνικό λόγο, το Υποκείμενο
επιστρέφει στην επιλογή του και διασώζει αυτό που καθορίζεται ως απαγορευμένο. Έτσι η Butler
έχει προχωρήσει στην υποστασιοποίηση αυτού που η ίδια επιθυμεί να εμφανίζεται ως
“οικουμενικό” και προ-πολιτικό έχοντας, όμως, ανοίξει, όπως της καταλογίζουν, μέτωπο στο τοπίο
της προπολιτικής κατάστασης όπου οφείλει να εξηγήσει πως από το οικουμενικό –
άφυλο/αμφιφυλόφυλο Εγώ προκύπτει το πέρασμα – μέσω επιλογής – στην πολιτική κατάσταση με
τον εξουσιαστικό λόγο του κυρίαρχου άρρενος.29

26 Sara Salih, Judith Butler, σ. 120-121, 126.
27 J. Butler, Η Ψυχική ζωή της Εξουσίας, σ. 91.
28 J. Butler, Η Ψυχική ζωή της Εξουσίας, σ. 92-93.
29 J. Boucher, “Judith Butler's Postmodern Existentialism: A critical Analysis”, Philosophy Today, v.48, n.4, 2004.Επίσης και την κριτική της M. Nussbaum, The Professor of Parody στο The New Republic Online ("TheNewRepublic.com") http://www.tnr.com/index.mhtml.
Δ. Επιτελεστικότητα – Λόγος – Ταυτότητες.
Ο Ώστιν στο έργο του “Πως να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις”, κάνοντας μια εισαγωγή στους
όρους τους οποίους πρόκειται να χρησιμοποιήσει, αναφέρεται στην ε π ι τ ε λ ε σ τ ι κ ό τ η τ α των
λέξεων ως εκείνο το κύριο χαρακτηριστικό που εμπεριέχεται στον λόγο και έχει σαν αποτέλεσμα
τη δημιουργία, αντιστροφή, εξαφάνιση κ.α. μιας δεδομένης κατάστασης/πράγματος. Μιλώντας για
την καινούργια διάσταση της φιλοσοφίας που εμφανίζεται στον ορίζοντα και εστιάζει στην
ε κ φ ο ρ ά λέξεων, ο Ώστιν, αποσαφηνίζει ότι αυτή η εκφορά είναι συνήθως ένα κυρίαρχο ή τ ο
κυρίαρχο συμβάν, δ ε ν είναι όμως το μ ο ν α δ ι κ ό προκειμένου να θεωρήσουμε ότι η πράξη έχει
εκτελεστεί.30 Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να είναι κατάλληλες οι π ε ρ ι σ τ ά σ ε ι ς στις οποίες
εκφέρονται οι λέξεις και, επίσης, πολλές φορές ο ομιλητής ή άλλα πρόσωπα να εκτελούν
ορισμένες πράξεις. Επίσης, οπωσδήποτε, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτελεστικότητα της
εκφοράς είναι η εκφορά να είναι “αληθής” και όχι “άκυρη” ή “κακόπιστη”. Χρησιμοποιώντας το
παράδειγμα του Ιππόλυτου, ο Ώστιν μιλώντας για άκυρη εκφορά ξεκαθαρίζει ότι εμπεριέχει σ' αυτή
και την εκφορά που έγινε συνειδητά αλλά είναι ψευδής.31
H Butler θα χρησιμοποιήσει την έννοια της “επιτελεστικότητας” επιλέγοντας να της αποδώσει
μια καινούργια διάσταση. Έχοντας υπόψη της τις παραμέτρους που θέτει ο Ώστιν για να μιλήσει
για “δημιουργία” πραγμάτων μέσω των λέξεων, θα προσπαθήσει να ξεπεράσει τις σκοπέλους
προχωρώντας σε μία θεωρητική σύνδεση της έννοιας με τις έννοιες της γενεαλογίας του φύλου, της
αυθεντικής σεξουαλικής ταυτότητας, της θηλυκής επιθυμίας ως αυθεντικής σεξουαλικής
ταυτότητας και της απόρριψης των νεότερων φεμινιστικών θεωριών που δημιουργούν νέες μορφές
ιεραρχίας και αποκλεισμού.32

30 Τ. Λ. Ωστιν, Πως να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις, Αθήνα, Εστία, 2003, σ. 27.
31 Τ. Λ. Ωστιν, ο.π., σ. 29-30.
32 J. Butler, Αναταραχή φύλου, (Πρόλογος 1999) ιδίως σ. 7-8.

Η στοχοθέτηση της Butler είναι ξεκάθαρη. Η “αναταραχή” φύλου έχει σαφέστατα αντι-
εξουσιαστική δυναμική και αρθρώνεται ως λ ό γ ο ς που αμφισβητεί δυναμικά την κυριαρχία και
εξουσιαστική δράση του κατεστημένου ετεροφυλοφιλικού – ανδρικού λόγου. Ο “τόπος” και η
“αυθεντία” της ανδρικής θέσης προσδιορίζουν πολιτικές εξουσίασης, μορφώματα εξουσίας 33και
χειραγώγησης και γι αυτόν τον λόγο είναι αναγκαίο να συγκροτηθεί η αντίπαλη πολιτική πρόταση
που θα αποβλέπει σε μια νέα πολιτική αντιπαράθεση και δράση (πράξη).34
Η Butler δίνει καινούργιο νόημα στις έννοιες της επιτελεστικότητας (ως μεθοδευμένης
στόχευσης / μετάληψης και επανάληψης), της φροϋδικής libido που χρειάζεται για να προσεγγίσει,
με διαφορετικό τρόπο, την έννοια της ψυχής, της έννοιας της “κατασκευής” για να αποκαλύψει τις
πολιτικές εξουσίασης μέσα από ένα κυρίαρχο, κατασκευασμένο, λόγο, της αξίωσης της
“οικουμενικότητας” που δανείζεται από τον Λεβύ – Στρως και της περιγραφικής – κανονιστικής
θεώρησης της έννοιας του “φύλου”.
O Ώστιν, όμως, θέτει σημαντικές προϋποθέσεις για να πραγματοποιηθεί η επιτελεστικότητα του
λόγου:
– να υπάρχει αποδεκτή συμβατική διαδικασία που να έχει συγκεκριμένα συμβατικά
αποτελέσματα, να περιλαμβάνει την εκφορά συγκεκριμένων λέξεων από συγκεκριμένα
πρόσωπα σε συγκεκριμένες περιστάσεις
– τα συγκεκριμένα πρόσωπα και οι περιστάσεις να είναι τα κατάλληλα, στη δεδομένη
περίσταση, για την επίκληση της συγκεκριμένης διαδικασίας που θα επικαλεστούν
– η διαδικασία να εκτελείται απ' όλους τους συμμετέχοντες σωστά και ολοκληρωμένα και
– όταν η διαδικασία που πρόκειται να εφαρμοστεί από πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένες
σκέψεις ή αισθήματα, ή για να εξασφαλίσει μια επακόλουθη συμπεριφορά από την πλευρά
των συμμετεχόντων , τότε κάποιος που συμμετέχει και άρα επικαλείται τη διαδικασία
πρέπει να έχει π ρ α γ μ α τ ι κ ά αυτές τις σ κ έ ψ ε ι ς ή τα αισθήματα και οι
συμμετέχοντες πρέπει να έχουν την πρόθεση να συμπεριφερθούν όπως αναμένεται και
– πρέπει πράγματι να συμπεριφερθούν έτσι τελικά.35
Η επιτελεστικότητα του Ώστιν θέτει ορισμένα ερωτήματα που παρακάμπτει ο προβληματισμός
της Butler. Η συνειδητή και συνολική αποδοχή της διαδικασίας, μέσα σε ένα πλαίσιο αμοιβαίας
αποδοχής και λειτουργίας, παράγει το αποτέλεσμα στο οποίο αποβλέπει η εκφορά των λέξεων. Για
τον Ώστιν η επιτελεστικότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει εξουσιαστικά ακόμη και στην περίπτωση
που το ένα μέλος εμπλέκεται και αποδέχεται τη διαδικασία έχοντας, όμως, στο μυαλό του άλλες

33 J. Butler, Αναταραχή φύλου, σ. 26-27.
34 J. Butler, Αναταραχή φύλου, σ. 13-16.
35 Τ. Λ. Ωστιν, ο.π., σ. 35.

επιλογές (“άκυρη” εκφορά). Η Butler εμφανίζεται να βρίσκεται σε δυσχερή θέση υπερασπιζόμενη
τη δική της επιτελεστικότητα του λόγου.36Σε συνδυασμό με το οντολογικό – μεταφυσικό πρόβλημα
που αντιμετωπίζει στη συνολική δομή της θεωρίας της, πρέπει να προχωρήσει βαθύτερα για να
επιλύσει τα μεθοδολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Η πρώτη, αναλυτική, προσέγγιση των ερωτημάτων που θέτει προδιαγράφεται στο έργο της
Antigone's Claim. Η Butler απομονώνει μια συγκεκριμένη μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και
προσδιορίζει τις παραμέτρους στις οποίες θα κινηθεί. Η Αντιγόνη διεκδικείται από τον Χέγκελ, την
Irigaray και τον Lacan για διαφορετικούς λόγους απ' τον καθένα. Το βασικό πρόβλημα είναι η
εμφάνισή της ως Υποκείμενο που συμβολίζει το πέρασμα από την προ-πολιτική κοινωνία [ή
καλύτερα τη φυλετική κοινωνία] όπου κυριαρχούν οι δεσμοί της συγγένειας, στην πολιτική
κοινωνία όπου κυριαρχεί ο (πολιτικός) Νόμος. Οι φεμινιστικές θεωρήσεις, παράλληλα, βλέπουν
στην Αντιγόνη το Υποκείμενο που αρθρώνει λόγο αντίστασης στην καινούργια “πατρική” κοινωνία.
Ο Hegel εμφανίζει τον Κρέοντα ως εκπρόσωπο της νέας “ηθικής” τάξης, όπως εκφράζεται μέσα
από τον Νόμο (Sittlickheit). Ο Λακάν, από τη μεριά του, θεωρεί ότι η Αντιγόνη κινείται στα ό ρ ι α
του συμβολικού (Νόμος – Λόγος) και του φανταστικού. Η Irrigaray αποδέχεται εν μέρει την
εγελιανή θεώρηση παρουσιάζοντας την Αντιγόνη να κινείται έ ξ ω από το πολιτικό (δεσμοί αίματος)
σε μία φάση μετάβασης από τη μητριαρχική κοινωνία στη πατριαρχική.37
Για την Butler το ερώτημα που τίθεται είναι αν υπάρχει συγγένεια χωρίς κράτος και κράτος
χωρίς συγγένεια. Η Butler αναπτύσσει τα επιχειρήματά της για να αποδείξει ότι η Αντιγόνη ξεπερνά
τις νόρμες γένους – συγγένειας και εξωτερικεύει μια εικόνα που κινείται στα όρια της συζήτησης
ξεπερνώντας, όμως, τόσο την παραδοσιακή εγελιανή προσέγγιση όσο και την φεμινιστική θεώρησή
της μέσα από ένα πλαίσιο εξουσίασης κράτους/νόμου – υποκειμένου. Η ανάλυση της εστιάζει στη
χρήση του λ ό γ ο υ και στα αποτελέσματα που παράγονται. Για την Butler, ο λόγος της Αντιγόνης
είναι ο λόγος που παράγει πράξη μέσα από τη γλώσσα (an act in language), είναι ο λόγος που
αποκαλύπτει την εξουσιαστική χρήση του κυρίαρχου λεκτικού σύμπαντος ως ένα σύμπαν που
δομείται στον ανδρικό εξουσιαστικό λόγο.38
Η Αντιγόνη αποδέχεται ότι “έκανε την πράξη” για να δεχθεί την απάντηση του Κρέοντα ότι
“καμία γυναίκα δεν πρόκειται να κυβερνήσει”. Με την εκφορά της φράσης της, ορίζει τον εαυτό
της ως δρώντα (παράνομο) αλλά και ως γυναίκα. Η κατηγορία που καταλογίζει στην εξουσία είναι
ότι δεν της επιτράπηκε ποτέ να αποκτήσει οικογένεια [είτε εξαφανίζοντας την υφιστάμενη
οικογένεια του Οιδίποδα είτε αποφασίζοντας να εγκλειστεί ζωντανή στον τάφο δίχως να έχει τη

36 Sara Salih, Judith Butler, σ. 98 επ.
37 Judith Butler, Antigone's claim – kinship between life and death, σ.2-4.
38 Judith Butler, ο.π., σ. 7-10.

δυνατότητα να αποκτήσει σύζυγο, παιδιά και το δικό της γένος]. Για την Αντιγόνη, το δικό της
γένος δεν σχετίζεται με την κυρίαρχη αντίληψη που θέλει την οικο-γένεια [όπως εμφανίζεται στην
καινούργια της μορφή στην πατριαρχική κοινωνία] να υπάρχει για να αποδώσει τους πολεμιστές -
άρρενες πολίτες. Δεν υπάρχει, επίσης, ως προ-πολιτικό γένος μιας και απεγκλωβίζεται από την
αιμομικτική οικογένεια του Οιδίποδα, την Ύβρι της οποίας κουβαλάει ως δυσβάστακτο φορτίο. Με
την αποδοχή της πράξης η Αντιγόνη μόλις ε π ι τ έ λ ε σ ε τη θυσία της α υ τ ο ν ο μ ί α ς της. Τη
θυσία του Υποκειμένου που κινείται [επειδή ελεύθερα το αποφάσισε] στα ό ρ ι α μεταξύ γένους -
συγγένειας και νόμου – φύλου.
Η Butler για να ξεπεράσει τα εμπόδια που εμφανίζονται διαρκώς μπροστά της, θα
χρησιμοποιήσει τη λακανική θεωρία για την “επιθυμία του Άλλου”. Η Αντιγόνη, αρνούμενη το
γένος (Αντι-γόνη) αλλά και τον Νόμο/Λόγο της πόλης – κράτους, ουσιαστικά, επιλέγει να βρεθεί
ε κ τ ό ς της συγκροτημένης κοινωνίας.39 Απορρίπτει τόσο το προπολιτικό σύμπαν όσο και το
πολιτικό. Επιλέγοντας το απαγορευμένο Άλλο αρνείται την Ε τ ε ρ ό τ η τ α και ανακαλύπτει τον
Ε α υ τ ό μέσα στο Ά λ λ ο. Αυτό το Άλλο, για τον Λακάν, είναι ο έρωτας του αδερφού ως έρωτας
του Είναι του αδερφού, δηλαδή έρωτας του κ α θ α ρ ο ύ Ε ί ν α ι.40 Το συμβολικό, μέσα από την
επιλογή της Αντιγόνης, αποκαλύπτεται ως άρνηση μιας “συγγένειας” που είναι, ξεκάθαρα,
αποτέλεσμα της γλωσσικής λειτουργίας. Εδώ, η Butler, προχωρά στη μέγιστη αναγωγή
συνδυάζοντας το (λακανικό) καθαρό Είναι/Άλλο με την οικουμενικότητα του Λεβύ – Στρως.41 Ο
“κανόνας” είναι και κοινωνικός και προ-κοινωνικός, η οικουμενική διάστασή του προκύπτει από
την οικουμενικότητα της φ ύ σ η ς που θέτει τις προϋποθέσεις για τη σύγκλιση των επιμέρους
κανόνων διαφορετικών σύμπαντων.42 Είναι αυτό που ο Λακάν θεωρεί ως στοιχειώδεις δομές της
συγγένειας (elementary structures of kinship).43

39 J. Butler, Αναταραχή φύλου, σ. 61. Η Αντιγόνη κινούμενη στα όρια απορρίπτει, ουσιαστικά, την υπόθεση ότι το
“Είναι” του φύλου είναι δοσμένο βιολογικά.
40 J. Butler, Αναταραχή φύλου, σ. 126. Μ' αυτόν τον τρόπο η Butler απορρίπτει τη θεώρηση της Κρίστεβα και
σχεδιάζει το περιβάλλον που προηγείται της “ετεροφυλοφιλικής μήτρας”.
41 J. Butler, Αναταραχή φύλου, σ. 65. Διαφορετική χρήση της από την Butler.
42 Judith Butler, Antigone's claim, σ. 14-17.
43 Judith Butler, ο.π., σ. 16.

Συμπέρασμα.
Η Butler θέτει τα θεωρητικά και επιστημολογικά προβλήματα που προσπάθησε να
αντιμετωπίσει παρουσιάζοντας μια άλλη λογική προσέγγισης της “έμφυλης” πραγματικότητας και
των φεμινιστικών κριτικών της. Διαπιστώνοντας κενά στον τρόπο με τον οποίο η φεμινιστική
θεωρία ερμηνεύει και χρησιμοποιεί την πολιτική – εξουσιαστική ανάλυση της κατασκευής
ταυτοτήτων και, συνεπώς, τη χρήση των όρων “φύλο”, “έμφυλη πραγματικότητα”,
“αμφιφυλοφιλία”, “ετεροφιλία” και “ομοφυλοφιλία”, η Butler αναγνωρίζει ότι ο φεμινιστικός
λόγος, στηριζόμενος, κυρίως, στις ερμηνείες του Φουκώ, των δομιστών, της ανθρωπολογικής
ερμηνείας του Λεβυ-Στρως κ.α., ουσιαστικά αναπαράγει την κυρίαρχη σεξιστική-ιστορική λογική .
Ξεκινώντας από την αρχή και χρησιμοποιώντας μια διαφορετική ανάγνωση των παραπάνω
κειμένων θα προχωρήσει στη δόμηση της δικής της θεωρίας για το φύλο και τις ταυτότητες που
κατασκευάζονται γύρω από αυτό. Όπως, ρητά, αναφέρει η ίδια: “Ξεκίνησα με το θεωρητικό
ερώτημα αν η φεμινιστική πολιτική θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς 'υ π ο κ ε ί μ ε ν ο' ... Η
θεμελιοκρατική λογική της ταυτοτικής πολιτικής κατά κανόνα δέχεται ότι πρέπει π ρ ώ τ α να
υπάρχει μια ταυτότητα προκειμένου να αναπτυχθούν πολιτικά συμφέροντα για να αναληφθεί,
ύστερα, πολιτική δράση” 44. Η αναφορά της προσδιορίζει το πρόβλημα που καλείται να
αντιμετωπίσει και το οποίο προσδιορίζεται στην πιθανότητα / ή μη και στη δυνατότητα / ή μη
ο ν τ ο λ ο γ ι κ ή ς ύπαρξης ενός υ π ο κ ε ι μ έ ν ο υ το οποίο θα “προηγείται” του έμφυλου
προσδιορισμού και της δημιουργίας αυτού που η ίδια ονομάζει: “ετεροφυλοφιλική μήτρα”.
Μεθοδολογικά και επιστημολογικά αυτό αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο θα
στηθεί ολόκληρη η πρότασή της. Η παρουσία ενός “άφυλου” υποκειμένου ή, αλλιώς, ενός
αμφιφυλόφυλου υποκειμένου που στη πορεία “εξαναγκάζεται” να επιλέξει φύλο με βάση την
κυριαρχία μιας ετεροφυλοφυλικής πραγματικότητας που δομείται ως εξουσία / και λόγος, είναι η
αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση για το ξεπέρασμα του μεγαλύτερου θεωρητικού σκοπέλου

44 J. Butler, Αναταραχή φύλου, σ. 185 επ.

που είναι η προΰπαρξη του “βιολογικού” φύλου και η μετάλλαξή του σε “κοινωνικό”.
Συνδυάζοντας τη φροϋδική ψυχή, την θεωρία των ο ρ ί ω ν (queer theory), το λακανικό Άλλο, την
(κανονιστική) οικουμενικότητα του Λεβύ – Στρώς, την εγελιανή διαλεκτική της σχέσης αφέντη –
δούλου και την επιτελεστικότητα της εκφοράς λέξεων του Ώστιν, η Butler φαίνεται να κερδίζει το
παιχνίδι. Υπάρχουν αναμφισβήτητα κενά στη συνολική θεώρηση που διατυπώνει για τις έμφυλες
ταυτότητες, κυρίως στα μεταβατικά στάδια της οντολογικής της κατασκευής, αυτά, όμως,
υπερβαίνουν κατά πολύ τις φιλοδοξίες αυτής της εργασίας. Όπως είπε και ο Μαρκ Τουέν: “that's
another story”!

Βιβλιογραφία.
– Φ. Νίτσε, Η Θέληση για δύναμη, Αθήνα, Νησίδες, 2001.
– Χέγκελ Γ., Η Φαινομενολογία του Πνεύματος, Αθήνα, Δωδώνη, 1993.
– Φ. Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ιδιοκτησίας και του κράτους, Αθήνα,
Αναγνωστίδης, χχ.
– Π. Μπέργκερ – Τ. Λούκμαν, Η Κοινωνική Κατασκευή της Πραγματικότητας, Αθήνα, νήσος,
2003.
– Πλάτων, Φαίδων.
– Τ. Λ. Ωστιν, Πως να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις, Αθήνα, Εστία, 2003.
– J. Butler, H ψυχική ζωή της εξουσίας, Αθήνα, Πλέθρον, 2009.
– J. Butler, Αναταραχή Φύλου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2009.
– J. Butler, Antigone's claim – kinship between life and death, Νέα Υόρκη, Columbia U.P.,
2000.
– A. Schrift, “Judith Butler: Une nouvelle Existentaliste?” Philosophy Today, v. 41, n.1, 2001.
– T. V. Kaufman – Osborn, “Fashionable Subjects: On J. Butler and the Causal Idioms of
Postmodern Feminist Theory”, Political Research Quartely, v. 50, n.3, 1997.
– G. Boucher, “Judith Butler's Postmodern Existentialism: A Critical Analysis”, Philosophy
Today, v. 48, n.4, 2004.
– M. Nussbaum, The Professor of Parody στο The New Republic Online
("TheNewRepublic.com") http://www.tnr.com/index.mhtml.
– Sara Salih, Judith Butler, Νέα Υόρκη, Routledge, 2002.
-------------------------------------------

Δεν υπάρχουν σχόλια: