Ενημέρωση για τους αναγνώστες του blog.

Ενημέρωση για τους αναγνώστες του blog.

Η σελίδα αυτή δημιουργήθηκε για να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο επικοινωνίας μεταξύ όλων όσων ενδιαφέρονται και ασχολούνται με την ιστορία των πολιτικών ιδεών.
Η σελίδα θα δέχεται διευκρινιστικές ερωτήσεις, σχόλια και επιμέρους απόψεις, κείμενα, άρθρα κ.α. τα οποία έχουν άμεση σχέση με τα παραπάνω. Μπορείτε να χρησιμοποιείτε ελεύθερα το περιεχόμενο των αναρτήσεων αρκεί να αναφέρετε συγγραφέα, αποστολέα - συνεργάτη και το blog μας. Διατηρούμε την επιφύλαξη προέγκρισης των σχολίων για λόγους ευπρέπειας, ομαλής διεξαγωγής των συζητήσεων και αποφυγής φανατισμών και χυδαίων εκφράσεων.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Νεώτερη πολιτική σκέψη (εισαγωγή από σημειώσεις φοιτητών)



1.     Nicolo Machiavelli:

Ο Μακιαβέλι γεννήθηκε το 1469 στην Φλωρεντία, και θεωρείται ο κορυφαίος εκπρόσωπος του πολιτικού Ουμανισμού της Αναγέννησης. Εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή της πόλης μετα την έξωση των Μεδίκων το 1494. Η πολιτική του σκέψη επηρεάστηκε από τα πολιτικά συγγράμματα του Αριστοτέλη και τα ιστορικά έργα του Πολύβιου και του Πλούταρχου.
Το σημαντικότερο έργο του θεωρείται ο Ηγεμόνας(1513). Έργο το οποίο παρέμεινε για αιώνες στο index των απαγορευμένων βιβλίων της Καθολικής Εκκλησίας. Έγκειται στην ωμη αναγνώριση της αντινομίας μεταξύ των αναγκαιοτήτων της πολιτικής πράξης και των επιταγών της ηθικής, και στη ρητή απόρριψη της σύζευξης της πολιτικής με τη θρησκεία, στην οποία είχε βασιστεί ολόκληρη η μεσαιωνική πολιτική φιλοσοφία από την εποχή του Αυγουστίνου. Η εικόνα του νέου σφετεριστή ηγεμόνα που στρέφεται κατά των μορφών της παραδοσιακής εξουσίας, συμβολίζει τη στροφή της πολιτικής σκέψης προς μια νεωτερική προβληματική, υπαγορευμένη από τις ανάγκες που δημιουργεί η αποσύνθεση της μεσαιωνικής κοινωνίας. Στο έργο του ο Μακιαβέλι δανείζεται το κλασικό λεξιλόγιο των αρχαίων κειμένων , και σε συνδυασμό με τις νεοκλασικές έννοιες της ουμανιστικής παιδείας, συζητά το πρόβλημα ανθρώπων που σπάζουν τα δεσμά των καταναγκασμών, και αντιπαρατίθενται στις αξίες τις παραδοσιακής κοινωνίας. Η αίσθηση της αλλαγής συμβολίζεται με την έννοια της τύχης. (Fortuna) Επίσης στο έργο φαίνεται η νεωτερική αντίληψη, της πολιτικής πράξης, όχι ως στοιχείου της φυσικής τάξης πραγμάτων, όπως την προσδιορίζει ο αριστοτελισμός, αλλά ως έργου τέχνης όπου δοκιμάζεται η ανθρώπινη ικανότητα και δεξιοτεχνία (Virtu).
Η πολιτική ανάλυση του Μακιαβέλι αρθρώνεται σε δυο θεμελιακά προβλήματα. Το πρώτο πρόβλημα είναι αυτό της σχέσης σκοπών και μέσων στην πολιτική πράξη, για το οποίο ο Μακιαβέλι αναγνωρίζει, ότι η βία αποτελεί συστατικό της πολιτικής. Συνεπώς αποδέχεται ότι η χρήση  ψυχολογικής και φυσικής βίας, συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής πράξης. Η πραγματικότητα αυτή αντιμετωπίζεται με την ‘’οικονομία της βίας’’, την χρησιμοποίηση δηλαδή τόσης βίας όση απαιτεί η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Η συμμετρία αυτή δεν πρέπει να ανατρέπεται, αν η πολιτική πρόκειται να παραμείνει έργο τέχνης, και ο νέος ηγεμόνας, επιθυμεί πραγματικά να εξασφαλίσει την επίγεια δόξα στην μνήμη των ανθρώπων à Μεγαλύτερη ανταμοιβή.
 Το δεύτερο πρόβλημα είναι εκείνο της δημιουργίας της πολιτικής κοινότητας. Από την μελέτη του για την ιστορία της Φλωρεντίας , έχει καταλήξει ότι όχι μόνο τα εκκλησιαστικά και κληρονομικά μοναρχικά κράτη έχουν παρακμάσει, αλλά και το μη μοναρχικό πολιτειακό καθεστώς της πατρίδας του έχει διαβρωθεί εξαιτίας της διαφθοράς, με αποτέλεσμα την απώλεια του συλλογικού πνεύματος και την ένταση των κοινωνικών αγώνων, που υπονομεύουν με ιδιοτελή κίνητρα την ενότητα και την ανεξαρτησία της πολιτείας. Σε αντίθεση προς την διαφθορά ο Μακιαβέλι προβάλει στα δέκα πρώτα βιβλία της ιστορίας του Τίτου Λίβυου, το μεγαλείο της αρχαίας Ρώμης.
Ηταν υποστηρικτής της ενοποίησης της Ιταλίας και έντονα αντικληρικός. Ο Μακιαβέλι παρόλο που αναγνωρίζεται ως ο θεμελιωτής της νεώτερης πολιτικής σκέψης, δεν είναι συστηματικός πολιτικός φιλόσοφος. Η συμβολή του στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης έγκειται στην οξύτητα και στην πρωτοπορία των παρατηρήσεων του, και στις ρηξικέλευθες θέσεις που ενστερνίζεται στην αντιμετώπιση της πρακτικής πολιτικής. Η συμβολή των ιδεών του υπήρξε καθοριστική στη διαμόρφωση του ριζοσπαστικού πολιτικού ουμανισμού του 17ου και 18ου αιώνα. Η επίδραση αυτή εξηγεί το θαυμασμό που τρέφει για την σκέψη του ο Rousseau.







2.     Thomas Hobbes:

Ο Χομπς γεννήθηκε στην Αγγλία το 1588. Θεωρείται ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα στον χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας. Στα έργα του παρατηρούμε την έμμονη ιδέα του για το φαινόμενο της κίνησης και τους νόμους που τη διέπουν. Τα  πρώτα σχεδιάσματα της φιλοσοφίας του, επιμερίζονται σε τρία μεγάλα ζητήματα: (Α) περί σώματος, (Β) περί του ανθρώπου, (Γ) περί του πολίτη. Στην ζωή του αυτό που του στοίχησε περισσότερο ήταν ο αποκλεισμός του από την ακαδημία των επιστημών της Βρετανίας (Royal Society) στην οποία συμμετείχαν κορυφαίοι επιστήμονες της χώρας. Το έργο του είναι πολυμερές και εκτενές. Τα ενδιαφέροντα του απλώνονται σε όλους τους κλάδους της πολιτικής φιλοσοφίας, την ψυχολογία, τη θεωρία της γλώσσας, την πολιτική θεωρία, τη θεολογία, τα μαθηματικά και τη φυσική. Η πολιτική σκέψη του Χομπς επηρεάστηκε από δυο στοιχεία. Την βαθιά ανησυχία που του εμπνέει η κοινωνική και πολιτική αναταραχή στην Αγγλία, και ο πνευματικός ερεθισμός που του προκαλεί η ανάπτυξη των μαθηματικών. Ο Χομπς αναδείχτηκε ως o σπουδαιότερος πολιτικός στοχαστής από την εποχή του Μακιαβέλι. Η συστηματική και θεμελιωμένη προσέγγιση του στα ζητήματα της πολιτικής ανάλυσης τον καθιστά ισάξιο του Αριστοτέλη, τον οποίο συνειδητά επιδιώκει να υπερακοντίσει με το έργο του.
Το σημαντικότερο σύγγραμμα του είναι ο Λεβιάθαν (1651) που σημαίνει στα εβραϊκά, θαλάσσιο κήτος, και υποδηλώνει τον ακατανίκητο κυρίαρχο, για να δηλώσει την υπεροχή του απόλυτου μονάρχη. Το έργο αποτελείται από τέσσερα βιβλία: ‘’Περί του ανθρώπου’’, ’’Περί κοινοπολιτείας’’, ‘’Περί χριστιανικής κοινοπολιτείας’’, ‘’Περί του βασιλείου του σκότους’’. Στο πρώτο βιβλίο διατυπώνεται η ψυχολογική και ηθική θεωρία του Χομπς, στο δεύτερο παρουσιάζεται η θεωρία του περί κυριαρχίας, το τρίτο σκιαγραφεί τις θεμελιώδεις θεολογικές αντιλήψεις του προς το εκκλησιαστικό καθεστώς, που προβλέπουν την καθυπόταξη της εκκλησίας στον κοσμικό κυρίαρχο και την εγκαθίδρυση του κρατικού προτεσταντικού δόγματος, και στο τέταρτο βιβλίο καταγγέλλει τη θρησκευτική δεισιδαιμονία. Στο Λεβιάθαν παρουσιάζονται η απόψεις του Χομπς για τον θεμελιώδη υλισμό και την μηχανιστική αντίληψη, στοιχεία που πρυτανεύουν στη φιλοσοφία του. Ουσιαστικά στις θέσεις αυτές κατέληξε, συνεχίζοντας τις αναζητήσεις των προδρόμων του Francis Bacon και του Ντεκάρτ, σε μια προσπάθεια απαλλαγής από τον σχολαστικό αριστοτελισμό.
Στον ορισμό της φιλοσοφίας στον Λεβιάθαν, ο Χομπς εξισώνει την γνώση των πραγμάτων με την ισχύ (Power) που περιλαμβάνει και την πολιτική εξουσία. Οι αφετηρίες της γνώσης βρίσκονται στα δεδομένα των αισθήσεων και της φαντασίας, και έργο της φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση του ‘’διότι’’ των πραγμάτων, δηλαδή των υλικών συστατικών και των φυσικών δυνάμεων που αποτελούσαν την αιτία της κίνησης τους. Η γνώση του ‘’διότι’’ αποτελεί τη δύναμη της φιλοσοφίας.
Ο φυσικός άνθρωπος κατά τον Χομπς, είναι απογυμνωμένος από κάθε αριστοτελική υποψία φυσικής κοινωνικότητας. Ο άνθρωπος επιδιώκει πρωταρχικά την επιβίωση του και αναζητά συνεχώς την ικανοποίηση των αναρίθμητων επιθυμιών του. Μια από αυτές είναι και η γνώση, που μπορεί να του δώσει δύναμη και υπεροχή πάνω στους συνανθρώπους του. Οι άνθρωποι είναι εγωιστικά αυτόματα, μηχανές που κινούνται συνεχώς και καταλήγουν αναπόφευκτα σε γενική σύγκρουση μεταξύ τους. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται φυσική κατάσταση. Πρόκειται για μια κατάσταση αφόρητη, όπου η ζωή του ανθρώπου είναι μοναχική, φτωχή, δυσάρεστη, κτηνώδης, και σύντομη. Αυτή η εμπειρία ωθεί τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη φυσική ζωή και να εισέλθουν στην πολιτική κοινωνία. Η σύγκρουση των κινούμενων ανθρωπίνων αυτομάτων έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια του μέγιστου αγαθού που είναι η ζωή. Η εμπειρία του θανάτου εμπνέει φόβο, που μεταβάλλεται σε καταλυτικό κίνητρο για τη δημιουργία της πολιτικής κοινωνίας. Με κίνητρο λοιπόν τις επιταγές των Φυσικών νόμων (αυτοσυντήρησης) και αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, οι άνθρωποι συνάπτουν μεταξύ τους ένα συμβόλαιο, με το οποίο ουσιαστικά καταθέτουν το δικαίωμα της αυτοδικίας που διέθεταν στην φυσική κατάσταση σε έναν απόλυτο μονάρχη, στον οποίο μεταβιβάζουν όλα τα δικαιώματα τους. Έτσι δημιουργείται η πολιτική κοινωνία και το κράτος Λεβιάθαν, το οποίο διασφαλίζει την ενότητα και την επιβίωση της πολιτείας μέσω της αρχής της απόλυτης κυριαρχίας. Έννοια την οποία ο Χομπς δανείζεται από τον Bodin, για να την προεκτείνει προς την κατεύθυνση της κατοχυρωμένης απολυταρχίας.
Για τον Χομπς η έννοια της κυριαρχίας συνεπάγεται την κατάργηση κάθε περιορισμού που πηγάζει από θεμελιώδεις νόμους επί των αρμοδιοτήτων, των εξουσιών, και των ενεργειών του φορέα της. Καταργώντας έτσι κάθε περιορισμό στην άσκηση της κεντρικής εξουσίας, που μεταβάλλεται σε απολυταρχία, η πολιτική θεωρία του Χομπς συγκεντρώνει την αναγκαία ισχύ στα χέρια του φορέα της κυριαρχίας, για να προβεί σε εκσυγχρονισμό του κράτους και στη μεγιστοποίηση της εσωτερικής και εξωτερικής του ισχύος. Βεβαία ο κυρίαρχος έχει και υποχρεώσεις απέναντι στους υπηκόους του, ιδίως στο να προστατεύει τη ζωή τους. Από την άλλη οι υπήκοοι εμφανίζονται απογυμνωμένοι από κάθε δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής, ωστόσο διατηρούν αξιόλογες ελευθερίες στη σφαίρα της οικονομικής δραστηριότητας και ιδιωτικής ζωής. Η έννοια της κυριαρχίας προσδιορίζεται από τον Χομπς αποκλειστικά ως συνάρτηση και έκφραση της απόλυτης εξουσίας του ηγεμόνα που αντιπροσωπεύει την κρατική οντότητα. Έγκειται στην κατοχή της φυσικής ισχύος και στον έλεγχο των μέσων της βίας, επί των οποίων εδράζεται η επιβολή της εξουσίας του φορέα της.




3.   John Locke:

Ο Λοκ γεννήθηκε στην Αγγλία το 1632. Συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους εκπροσώπους της φιλοσοφικής παράδοσης του βρετανικού εμπειρισμού. Επίσης θεωρείται ως ένας από τους πνευματικούς εμπνευστές της Ένδοξης Επανάστασης του 1688, με την οποία εδραιώθηκε ο κοινοβουλευτισμός στην Αγγλία. Οι πολιτικές του ιδέες απηχούνται στις διακηρύξεις τόσο της Αμερικανικής επανάστασης του 1776 όσο και της Γαλλικής το 1789.

Στο χώρο της Φιλοσοφίας:
Ο Λοκ μπορεί να θεωρηθεί ο θεμελιωτής της εμπειρικής γνωσιολογίας με την πολεμική που άσκησε κατά της θεωρίας των έμφυτων ιδεών ως πηγών της γνώσης. Επιθυμούσε να απαλλάξει τον ανθρώπινο στοχασμό από την αυθεντία. Κεντρική κατηγορία της γνωσιολογίας του είναι η ‘’ιδέα’’ που ορίζεται ως οτιδήποτε είναι αντικείμενο της νόησης, όταν ο άνθρωπος σκέπτεται.
Αυτές οι αντιλήψεις του Λόκ μετουσιώνονται, στο έργο του ‘’Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση’’. Αυτό αποτελεί ουσιαστικά μια πραγματεία περί ιδεών. Στα δυο πρώτα βιβλία του Δοκιμίου ο Λοκ πραγματεύεται την προέλευση, τις ιδιότητες, και τα είδη των ιδεών (απλές και σύνθετες), τις ιδέες των σχέσεων, της ουσίας και της αιτιότητας. Στο 3ο βιβλίο αναλύει το πρόβλημα της γλώσσας και ειδικότερα της σχέσης μεταξύ ιδεών και λέξεων. Στο 4ο πραγματεύεται το πρόβλημα της γνώσης και της πιθανότητας. Εξετάζει τις πηγές, τους βαθμούς αβεβαιότητας και τα όρια της γνώσης καθώς και τον χαρακτήρα των ανθρώπινων συλλογισμών, και καταλήγει σε μια πρόταση για τη διαίρεση των επιστημών σε τρεις κλάδους, τη Φυσική, τη Πρακτική και τη Σημειωτική. Χάρις σε αυτό το έργο ο Λόκ θεωρήθηκε ως ο πατέρας του Διαφωτισμού.

Στο χώρο της πολιτικής θεωρίας:
Με το έργο του ‘’Δύο πραγματείες περί κυβερνήσεως’’ ο Λοκ ανασκευάζει τις απόψεις του Sir Robert Filmer στο έργο του Πατριαρχία, ο οποίος υποστήριζε την αναίρεση της πατριαρχικής θεωρίας για την ελέω Θεού μοναρχία. Έτσι λοιπόν το πρώτο μέρος του έργου του αποτελεί λεπτομερή πολεμική κατά των θέσεων του Φίλμερ, ενώ το δεύτερο παρουσιάζει τη θεωρία του ίδιου του Λοκ για την προέλευση και τα όρια της νόμιμης εξουσίας. Επίσης χρησιμοποιεί την έννοια του φυσικού δικαίου για να στηρίξει τη θεωρία των αναπαλλοτρίωτων ατομικών δικαιωμάτων (ζωή, ιδιοκτησία, ελευθερία) και για να συνδέσει την άσκηση της νόμιμης εξουσίας, μέσω του σχήματος του κοινωνικού συμβολαίου, με τη συναίνεση των κυβερνωμένων. Από θεωρητική άποψη η σημαντικότερη συμβολή της δεύτερης πραγματείας έγκειται στη θεωρία της ιδιοκτησίας, σε σχέση προς την οποία ο Λοκ διατυπώνει την εργασιακή θεωρία της αξίας, θέτοντας έτσι το θεμέλιο της πολιτικής οικονομίας, αλλά και της νεότερης φιλοσοφίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο της Πραγματείας είναι η αντίληψη του Λοκ για την πολιτική, ως καταπιστεύματος (trust). Οι νόμιμοι άρχοντες και πολιτικοί αξιωματούχοι ασκούν την εξουσία ως εντολοδόχοι του λαού μέσα στα όρια που θέτει το κοινωνικό συμβόλαιο, όχι προς ικανοποίηση των ιδίων αλλά προς το κοινό συμφέρον. Η άσκηση λοιπόν της εξουσίας ως καταπιστεύματος προϋποθέτει την ύπαρξη εμπιστοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ αρχόντων και λαού. Το κλίμα της εμπιστοσύνης συνιστά το υπόβαθρο της πολιτισμένης κοινωνικής συνύπαρξης και της υπεύθυνης άσκησης της εξουσίας, με βάση τις υπαγορεύσεις της ηθικής συνείδησης όσων επιφορτίζονται με αυτή την υπηρεσία της κοινότητας.
Το τρίτο σημαντικό στοιχείο της πραγματείας είναι η θεωρία της πολιτικής επανάστασης, της ‘’προσφυγής στον ουρανό’’, που επιχειρείται σε περίπτωση που οι άρχοντες παραβιάσουν το καταπίστευμα και φανούν ανάξιοι της εμπιστοσύνης που τους έδειξε ο λαός, όταν τους ανέθεσε την εξουσία. Στο ζήτημα αυτό ο Λοκ αναπροσδιορίζει τη μεσαιωνική θεωρία της αντίστασης στην τυρρηνική εξουσία για να θεμελιώσει την ιδέα της συνταγματικής διακυβέρνησης, που βασίζεται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, υποστηρίζοντας την άποψη ότι η κυβέρνηση μπορεί να διαλυθεί χωρίς να διαλύεται και η κοινωνία.

Στο χώρο της παιδαγωγικής:
v Στην παιδαγωγική θεωρία του Λοκ, πρυτανεύουν τρεις αρχές:
1.     Η μάθηση πρέπει να καθοδηγείται από τις ατομικές ικανότητες και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού όχι από τις επιταγές των εκπαιδευτικών συστημάτων.
2.     Η φροντίδα για τη σωματική υγεία και την καλλιέργεια του χαρακτήρα του παιδιού πρέπει να προηγείται της μόρφωσης.
3.     Η ευθυμία και το παιχνίδι, πρέπει να συνδυάζονται όσο είναι δυνατόν με την εκπαιδευτική πρακτική.
è Τονίζει επίσης την ανάγκη να εγκαταλειφτούν οι παραδοσιακές αυταρχικές και καταπιεστικές μέθοδοι, τόσο στην εκπαιδευτική πρακτική, όσο και στις σχέσεις γονέων και παιδιών και υποστηρίζει κατηγορηματικά τη ριζική αλλαγή του περιεχομένου της αγωγής, με την αντικατάσταση της σχολαστικής μεσαιωνικής μάθησης με ένα συγχρονισμένο πρόγραμμα, προσανατολισμένο στις ανάγκες μιας μεταβαλλόμενης κοινωνίας.
è Πρωτοπόρος του παιδαγωγικού ουμανισμού.

Ο Λοκ δεν ήταν ο πρώτος στοχαστής που επιχειρηματολόγησε υπέρ της ανοχής των θρησκευτικών διαφορών με σκοπό να επιτευχτεί η κοινωνική ειρήνη. Τη θέση αυτή υποστήριξαν έναν αιώνα πριν οι Γάλλοι συγγραφείς με το όνομα Politiques. Οι Politiques έβλεπαν τη θρησκευτική ανοχή και το σεβασμό της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης ως αναγκαίες παραχωρήσεις που θα εξασφάλιζαν την κοινωνική ομόνοια και την ευημερία της πολιτείας, απομακρύνοντας το βασικό αίτιο της αναταραχής που προκαλούσε τους θρησκευτικούς πολέμους.
Ο Λοκ ήταν εκφραστής της αρχής της ανοχής ως αυτόνομης αξίας και ως αυτοσκοπός, γιατί πηγάζει από το ίδιο το πνεύμα της πραότητας και της ειρήνης που διδάσκει το Ευαγγέλιο. Επίσης επιμένει στον πλήρη διαχωρισμό πολιτείας και Εκκλησίας, κοσμικής εξουσίας και θρησκευτικής ζωής: η σωτηρία του καθενός είναι ατομική του υπόθεση και εξαρτάται αποκλειστικά από τη γνησιότητα της πίστης του. Η ανοχή και ο σεβασμός των θρησκευτικών πεποιθήσεων του κάθε μέλους της κοινωνίας παύει να είναι ζήτημα πολιτικής τακτικής και γίνεται στοιχείο πνευματικής αυτονομίας και ελευθερίας συνείδησης ,που κάθε κοινωνία πρέπει να αναγνωρίζει ως αυτοσκοπό. Και αυτό θα γίνει μόνο με την περιστολή της κρατικής αυθαιρεσίας. Για τα απαλλοτρίωτα φυσικά δικαιώματα που συνεπάγονται με τη ελευθερία ο Λοκ χρησιμοποιεί τον όρο ιδιοκτησία, που κατά τον ίδιο περιλαμβάνει τη ζωή, την ελευθερία και τα περιουσιακά στοιχεία.









4.     Montesquieu:

Ο Μοντεσκιέ γεννήθηκε στο Μπορντώ το 1689, θεωρείτε ο πρύτανης του πολιτικού στοχασμού του Διαφωτισμού και συγκαταλέγεται μεταξύ των εκφραστών της αριστοκρατικής αντίδρασης κατά της συγκεντρωτικής μοναρχίας.
Το πρώτο από την τριλογία των μεγάλων του έργων εκδόθηκε στο Άμστερνταμ με τίτλο ‘’Περσικές επιστολές’’. Σε αυτό το έργο ο Μοντεσκιέ μέσα από μια υποθετική αλληλογραφία δυο Περσών επισκεπτών στην Γαλλία με την πατρίδα τους, παρουσιάζει μια καυστική σάτιρα των κοινωνικών ηθών της εποχής του Βασιλέως Ήλιου, ενώ με την αλληγορία του κλειστού και τυραννικού κόσμου του σαραγιού του Πέρση άρχοντα Ουζμπέκ αναπαριστά με μοναδική αποτελεσματικότητα το ψυχολογικό κλίμα του φόβου και της ανθρώπινης εξαθλίωσης που εκτρέφει ο δεσποτισμός.
Το μεγαλύτερο έργο του Μοντεσκιέ είναι το ‘’Πνεύμα των νόμων’’. Η πρώτη του έκδοση γνώρισε μεγάλη επιτυχία και τον καθιέρωσε ως τον κορυφαίο πολιτικό στοχαστή μεταξύ των φιλοσόφων του Διαφωτισμού. Βέβαια το έργο δεν απέφυγε την καταδίκη της Καθολικής Εκκλησίας, που το συμπεριέλαβε στον index των απαγορευμένων βιβλίων. Το επίτευγμα του Μοντεσκιέ στο Πνεύμα των νόμων έγκειται στη διατύπωση της απάντησης στο αρχικό πρόβλημα της πολιτικής νομιμότητας που έθεσε στις Περσικές επιστολές. Η απάντηση αυτή, ωστόσο, συνδέεται με την έκθεση μιας σύνθετης ιστορικής κοινωνιολογίας του δικαίου και των πολιτικών καθεστώτων, που επιτρέπει στον Μοντεσκιέ να παρουσιάσει την άποψη του για την πολιτική νομιμότητα ως διαπίστωση, θεμελιωμένη στις αναγκαίες σχέσεις που ανακύπτουν από τη φύση των πραγμάτων. Ουσιώδες συστατικό της μεθόδου του είναι η σύγκριση μεταξύ πολιτευμάτων και συστημάτων δικαίου, καταφεύγοντας σε έναν εκπληκτικό πλούτο υλικού, τόσο από την ευρωπαϊκή, όσο και από την παγκόσμια ιστορία (πχ άπω Ανατολή). Η προσέγγιση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της οπτικής της πολιτικής ανάλυσης στο χώρο και στο χρόνο. Ο Μοντεσκιέ διακρίνει τρεις τύπους πολιτικών καθεστώτων: τον δεσποτισμό, που βασική αρχή της λειτουργίας του είναι ο φόβος, τη μοναρχία, της οποίας αντίστοιχη αρχή είναι η τιμή, και τη δημοκρατία, που έχει ως καθοριστική αρχή της, την αρετή των πολιτών. Οι τρεις αυτές αρχές των πολιτευμάτων εκφράζουν και το «πνεύμα» της νομοθεσίας τους, που καθορίζεται από ένα ευρύ φάσμα παραγόντων (γεωγραφικών, κλιματολογικών, κοινωνικό- οικονομικών κλπ). Η πολιτική αυτή κοινωνιολογία επιτρέπει στο Μοντεσκιέ να ολοκληρώσει την καταγγελία της απολυταρχίας, αλλά και να διαπιστώσει ότι υπό τις συνθήκες του νεότερου κόσμου, το κλασικό πρότυπο της δημοκρατικής πολιτείας δεν είναι πλέον βιώσιμο. Σε αυτά τα δεδομένα στηρίζει την τελική επιλογή του καθεστώτος, οπού πρυτανεύει η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Αυτό είναι ένα πολίτευμα που ικανοποιεί τις απαιτήσεις της πολιτικής νομιμότητας κατά της αυθαιρεσίας του δεσποτισμού. Πρότυπο του πολιτεύματος αυτού θεωρεί τη σύγχρονη Αγγλία που αποτελεί δημοκρατία υπό μοναρχικό προσωπείο. Το καθεστώς της πολιτικής νομιμότητας συνδέεται με μια κοινωνία, της οποίας κύρια γνωρίσματα είναι η ελευθερία και η εμπορική οικονομία. Τέλος στην ανάλυση του Μοντεσκιέ εντοπίζονται στοιχεία που συγκροτούν το όραμα της νεότερης φιλελεύθερης κοινωνίας. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν την εμπορική οικονομία και τη συμβολή της στην προαγωγή του πολιτισμού, τη μεταρρύθμιση του ποινικού συστήματος με την κατάργηση των βασανιστηρίων, την ανεξιθρησκία, την καταδίκη της δουλείας, και την καταγγελία των προλήψεων που συσκοτίζουν την κρίση των ανθρώπων και τους οδηγούν στην σκληρότητα και την απανθρωπιά. Στοιχεία που ουσιαστικά προπαρασκεύασαν ιδεολογικά την Γαλλική Επανάσταση.






5.     Jean-Jacques Rousseau:

Ο Ρουσώ γεννήθηκε στη Γενεύη το 1712. Το 1750 κέρδισε το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας της Ντιζόν με το δοκίμιο του ‘’Λόγος περί επιστημών και τεχνών’’. Το έργο όμως που τον καθιέρωσε ως κοινωνικό στοχαστή ήταν ο ‘’Λόγος περί ανισότητας’’. Η σκέψη του Ρουσώ είναι πολυμερής και τον συνδέει με ποικίλα και ενίοτε αντιφατικά μεταξύ τους διανοητικά ρεύματα. Η επίδραση των ιδεών του υπήρξε καθοριστική στους χώρους της κοινωνικής κριτικής, της πολιτικής φιλοσοφίας, και της παιδαγωγικής. Ιδεολογικοί αντίπαλοι του Ρουσώ είναι ο Χομπς, ο Βολταίρος, και ο Ντιντερό.
Η κοινωνική κριτική του Ρουσώ εστιάστηκε στην καταγγελία της κοινωνικής ανισότητας, που την θεωρούσε ως το πιο αδιαφιλονίκητο σύμπτωμα της διαφθοράς, που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την πρόοδο του πολιτισμού. Η ηθική και η κοινωνική εξαθλίωση που υπάρχει στις πολιτισμένες κοινωνίες, πηγάζει κατά την γνώμη του, από την ανάγκη των ανθρώπων να εξουσιάζουν και την εξάρτηση του ενός από την γνώμη του άλλου. Οι ψυχικές αυτές διαθέσεις είναι το αποτέλεσμα της απομάκρυνσης των ανθρώπων από τη φύση και της συνακόλουθης απώλειας της φυσικής τους αθωότητας.
Η πολιτική σκέψη του στηρίζεται στις κοινωνικές απόψεις του. Αφετηρία των πολιτικών του στοχασμών είναι η σύνδεση όλων των υπαρκτών πολιτευμάτων με την κοινωνική πραγματικότητα της ανισότητας και της υποταγής και συνεπώς την καταγγελία τους ότι δεν έχουν νόμιμη βάση για άσκηση εξουσίας. Όλες οι μορφές εξουσίας βασίζονται στην εξαπάτηση των αδύνατων από τους ισχυρούς, των φτωχών από τους πλούσιους. Η καταγγελία αυτή του Ρουσώ στρέφεται όχι μόνο κατά των δεσποτικών πολιτευμάτων, αλλά και κατά των μορφών διακυβέρνησης που βασίζονταν στο εγωιστικό και ιδιοτελές κοινωνικό συμβόλαιο του πρώιμου ατομικιστικού φιλελευθερισμού. Ο Ρουσώ ενδιαφέρεται πρωταρχικά όπως και ο Μοντεσκιέ για το πρόβλημα της ελευθερίας, το οποίο συνδέει με τη θεμελίωση μιας λογικής και αποδεκτής λύσης στο ζήτημα της πολιτικής νομιμότητας. Το πρότυπο που αντιπαραβάλλει ο Ρουσώ είναι ριζοσπαστικό και συνίσταται στη συμμετοχική δημοκρατία, που θεμελιώνει σε ένα γνήσιο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ ίσων και ελεύθερων πολιτών. Στο πολιτειακό αυτό πλαίσιο θα πραγματώνεται η γενική βούληση που θα διαμορφώνεται από τη συνεχή συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική ζωή και θα αποκτά συγκεκριμένη υπόσταση με τη θέσπιση των νόμων. Έτσι εξασφαλίζεται η πολιτική ελευθερία, διότι ο πολίτης υπακούει στο νόμο που ο ίδιος θέσπισε. Στο συμμετοχικό αυτό πρότυπο καταργείται κάθε μορφή πολιτικής αντιπροσώπευσης με σκοπό να εξασφαλιστεί η λαϊκή κυριαρχία.
Η γενική βούληση είναι αναμφισβήτητα ο πιο πολυσυζητημένος όρος στην πολιτική φιλοσοφία του Ρουσώ. Τον όρο αυτό τον χρησιμοποιεί για να δηλώσει τη βούληση που αποκτά ο πολίτης ως μέλος του συλλογικού πολιτικού σώματος με σκοπό να θέτει το κοινό καλό της πολιτείας υπεράνω των ατομικών του επιθυμιών και επιδιώξεων. Η γενική βούληση για τον Ρουσώ εκφράζει την ηθική ενότητα της πολιτικής κοινότητας, έχει ως στόχο τη διερμήνευση του δημοσίου συμφέροντος και διαμορφώνεται μέσω της ενεργού πολιτικής συμμετοχής. Για να αντιπροσωπεύει αυθεντικά το δημόσιο συμφέρον πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: η απόλυτη πολιτική ισότητα των μελών της κοινότητας και η ακώλυτη έκφραση της γνώμης τους. Βέβαια η πολιτική συμμετοχή δεν είναι απαλλαγμένη από καταναγκασμούς. Ο Ρουσώ την θέτει όχι μόνο καθολική αλλά και υποχρεωτική.
Πηγή της έμπνευσης του είναι τα πολιτεύματα της αρχαίας Σπάρτης, και της αρχαίας Ρώμης, και για αυτό αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον πολίτη- στρατιώτη καθώς και στην πολιτική θρησκεία που υποκαθιστά τον χριστιανισμό με την αφοσίωση στην πατρίδα. Βέβαια ο Ρουσώ γνώριζε ότι το ηθικό πολιτειακό του πρότυπο είναι μη εφαρμόσιμο σε επίπεδο κράτους, ήλπιζε όμως ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί στα Καντόνια της Ελβετίας και στην Κορσική.
Η παιδαγωγική σκέψη του Ρουσώ έχει ως θεωρητική αφετηρία την εμπειρική γνωσιολογία του Λοκ. Πρωταρχική του μέριμνα είναι η φυσική αγωγή του παιδιού, που θα καλλιεργήσει αυτόνομους χαρακτήρες, κατάλληλους να ζήσουν σε μια κοινωνία ελευθερίας. Σκοπός της αγωγής, σύμφωνα με τον Ρουσώ πρέπει να είναι η απαλλαγή των ανθρώπων από τη διαφθορά της κοινωνικής ζωής με την επιστροφή τους στις προδιαγραφές της φυσικής ζωής, με βάση τις οποίες και μόνο μπορούν να καθοριστούν γνήσιες ηθικές αξίες. Η φύση πρέπει να γίνει οδηγός της αγωγής των παιδιών, συνεπώς η αγωγή, που επιβάλλεται πρέπει να είναι προσωπική και προσαρμοσμένη στις ανάγκες του κάθε παιδιού και να επιτρέπει την ελεύθερη εκδήλωση των φυσικών τους αναγκών. Ο Ρουσώ είναι βέβαιος ότι η εξατομικευμένη αγωγή, που ριζοσπαστικοποιεί το παιδαγωγικό πρότυπο του Λοκ, θα συμβάλει στην καλλιέργεια των φυσικών κοινωνικών αισθημάτων, της συμπάθειας και της φιλαλληλίας, συναισθήματα που πηγάζουν από το ένστικτο του οίκτου, που χαρακτηρίζει τη φυσική κατάσταση.







6.   Edmund Burke:

Ο Έντμουντ Μπέρκ γεννήθηκε στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και θεωρείται ως ο θεμελιωτής του νεότερου συντηρητισμού. Ο συντηρητισμός βέβαια του Μπέρκ διακρίνεται από ρεαλισμό και δεν φτάνει ποτέ σε γραφικές ακρότητες, Για το λόγο αυτό οι απόψεις του αποτελούν την αυθεντικότερη έμπνευση κάθε σοβαρής συντηρητικής επιχειρηματολογίας στην μεταγενέστερη πολιτική σκέψη, και οι οποίες σε συνδυασμό με μια ευρύτερη απέχθεια προς τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού, αναγγέλλουν τη ρομαντική κοσμοαντίληψη που ανατέλλει στον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Οι απόψεις του Μπέρκ συνιστούν μια νέα αφετηρία στην ιστορία της αισθητικής με τη διάκριση μεταξύ του υψηλού και του ωραίου που θεμελιώνει. Η χρήση της έννοιας του ‘’υψηλού’’ παραπέμπει σε ένα κείμενο που ονομάζεται ‘’Περί Ύψους’’, και αποδίδεται στο συγγραφέα  Λογγίνο. (1ος αι. μ.Χ.) Ο Μπέρκ χρησιμοποιεί την έννοια για να την αντιδιαστείλει με το ιδεώδες της κλασικής αισθητικής, το ωραίο. Τα αισθητικά αυτά ιδεώδη θεμελιώνονται από τον Μπέρκ στα πρωταρχικά πάθη των ανθρώπων, δηλαδή τα πάθη της αυτοσυντήρησης και της κοινωνίας. Η ικανοποίηση της πρώτης κατηγορίας παθών συντείνει στην τέρψη, ενώ της δεύτερης καλλιεργεί τον έρωτα. Ότι προκαλεί τέρψη είναι υψηλό και ότι προκαλεί έρωτα είναι ωραίο. Με αυτές τις έννοιες καλαισθησίας ο Μπέρκ συνέβαλε στη μετάβαση από τον αισθητικό κλασικισμό και τα ιδεώδη της ισορροπίας και της σαφήνειας στη ρομαντική αισθητική, η οποία εξαίρει το άπειρο και φαντασία.
Οι απόψεις του Μπέρκ κωδικοποιούνται στο ‘’Λόγο προς τους εκλέκτορες του Μπρίστολ’’. Στο κείμενο αυτό ο Μπέρκ προτείνει τη διάκριση μεταξύ εκπροσώπου και αντιπροσώπου. Ο βουλευτής αντιπροσωπεύει τους ψηφοφόρους του και αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αποφασίζει ελεύθερα και κατά συνείδηση, ακόμα και αν οι αποφάσεις του είναι αντίθετες με αυτές των ψηφοφόρων του. Ο Μπέρκ θεμελιώνει την άποψη του, περί βουλευτικής αυτονομίας στο ότι το κοινοβούλιο αποτελεί ενιαίο όργανο, έργο του οποίου είναι να προάγει το καλό του έθνους ως συνόλου, πράγμα που προϋποθέτει την παράκαμψη τοπικών επιδιώξεων, που συχνά λειτουργούν ως γνώμονες των ενεργειών και αποφάσεων των βουλευτών. Αποστολή του βουλευτή κατά τον Μπέρκ είναι να ενεργεί ως φύλακας των συμφερόντων του έθνους και όχι κάποιας μερικότερης ιδιοτέλειας.
Ένα άλλο μεγάλο έργο του είναι οι ‘’Στοχασμοί για την Επανάσταση στη Γαλλία’’, έργο στο οποίο διακρίνονται οι ρητορικές ικανότητες του Μπέρκ και το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση μεταξύ των αντεπαναστατών της ηπειρωτικής Ευρώπης. Στο έργο αυτό καταγγέλλει την επανάσταση ως το τέλος του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η επαναστατική έκρηξη και η ανατροπή της απολυταρχίας ερμηνεύονται ως η ακραία απόληξη των επιπτώσεων της νέας ορθολογικής φιλοσοφίας στην πολιτική ζωή. Ο Μπέρκ φοβάται ότι οι αλλαγές αυτές υποκαθιστούν τις επιταγές του λόγου στη θέση των υποχρεώσεων και των συναισθημάτων της παραδοσιακής κοινωνίας, καταστρέφοντας τη βάση της κοινωνικής συνύπαρξης, και οδηγώντας στην αντικατάσταση της οργής από τον φόβο. Αυτές πιστεύει ο Μπέρκ ότι είναι οι συνέπειες της διεκδίκησης των αφηρημένων δικαιωμάτων που επιτάσσει ο ορθός λόγος και η φιλοσοφία του κοινωνικού συμβολαίου. Αντί του κοινωνικού συμβολαίου ο Μπέρκ προτείνει ένα συμβόλαιο μεταξύ όσων ζουν, των νεκρών και όσων πρόκειται να γεννηθούν, το οποίο εκτρέφει κοινωνικά συναισθήματα και εξασφαλίζει τη συνέχεια και τη συνοχή των κοινωνιών. Ο Μπέρκ αναφωνεί απαισιόδοξα ότι η εποχή του ιπποτισμού έχει παρέρθει, την έχει διαδεχτεί η εποχή των σοφιστών, των οικονομολόγων και των υπολογιστών και η δόξα της Ευρώπης έχει σβήσει για πάντα.







7. Jeremy Bentham:

Ο Τζέρεμι Μπένθαμ γεννήθηκε στο Λονδίνο και θεωρείται ο εμπνευστής της κοινωνικής θεωρίας του Ωφελιμισμού και πνευματικός ηγέτης του ριζοσπαστικού κινήματος της Αγγλίας. Η σύνδεση με το ριζοσπαστικό κίνημα εξασφάλισε στις ιδέες του Μπένθαμ ευρεία απήχηση μεταξύ των φιλελεύθερων και προοδευτικών πνευμάτων της εποχής και συνέβαλε στην επίτευξη σημαντικών πρακτικών αποτελεσμάτων, που κατά κανόνα σπανιότατα προκύπτουν από το θεωρητικό στοχασμό. Το 1792 η Γαλλική εθνοσυνέλευση τον ανακήρυξε επίτιμο πολίτη της Γαλλικής Δημοκρατίας.
Το σημαντικότερο φιλοσοφικό έργο του έχει τίτλο ‘’Εισαγωγή στις αρχές της ηθικής και της νομοθεσίας’’.  Σε αυτό εκθέτει τις βασικές αρχές της φιλοσοφικής του ανθρωπολογίας και της ηθικής του φιλοσοφίας. Επίσης εισάγει την αρχή την ωφελιμότητας. Η ωφελιμότητα σύμφωνα με τον Μπένθαμ ορίζεται ως η μεγιστοποίηση της ηδονής και η ελαχιστοποίηση του πόνου. Σε συνάρτηση με την καθολικότητα της αρχής της ωφελιμότητας ο Μπένθαμ απορρίπτει ως εμπειρικά αβάσιμες τις έννοιες του φυσικού δικαίου, των φυσικών δικαιωμάτων και του κοινωνικού συμβολαίου, τις κλασικές δηλαδή αρχές του φιλελευθερισμού που είχε καθιερώσει ο Λοκ. Σύμφωνα με τον Μπένθαμ, η αρχή του δικαίου δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά αναπόδεικτη μεταφυσική μεταγραφή απλούστερων λειτουργιών της ανθρώπινης ψυχολογίας, που συνδέονται με τα αισθήματα της συμπάθειας και της αντιπάθειας. Η έννοια των ατομικών δικαιωμάτων δεν έχει νόημα παρά σε σχέση με τη λειτουργία της αρχής της ωφελιμότητας. Η τελευταία καθορίζει τα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, την επιλογή των ανθρώπων να ζήσουν σε κοινωνίες και τη βούληση τους να σέβονται, ότι σε μεταφυσικό επίπεδο θεωρείται δίκαιο και δικαίωμα άλλων. Επιπρόσθετα προς την ωφελιμιστική κριτική των εννοιών του κλασικού φιλελευθερισμού, ο Μπένθαμ επιχειρεί να εφαρμόσει στη νομοθεσία, την ηθική και πολιτική αρχή που δανείστηκε από το έργο του Cesare Beccaria αναφορικά προς την επίτευξη «της μέγιστης δυνατής ευτυχίας του μέγιστου αριθμού»
Επίσης ο Μπένθαμ ασχολήθηκε με το πρόγραμμα μεταρρύθμισης της αγγλικής ποινικής δικαιοσύνης, ακολουθώντας τις αρχές του Beccaria. Το μεγαλύτερο βάρος της προσπάθειας του αυτής το απορρόφησε το σχέδιο μεταρρύθμισης του σωφρονιστικού συστήματος, καταλήγοντας στην δημοσίευση της πρότασης του για μια πρωτότυπη φυλακή. Το σχέδιο αυτό το ονόμασε Πανοπτικόν. Σύμφωνα με αυτό η φυλακή πρέπει να έχει κυκλικό σχήμα, και τα κελιά των κρατούμενων να είναι ανοιχτά προς το εσωτερικό του χώρου, έτσι ώστε ένας μοναδικός δεσμοφύλακας που βρίσκεται στο κέντρο του κύκλου να μπορεί να επιτηρεί τη συμπεριφορά συγχρόνως όλων των τροφίμων της φυλακής. Αυτή η διαρκής επιτήρηση θα εθίσει σταδιακά τους φυλακισμένους σε κόσμια και χρηστή συμπεριφορά, επιτυγχάνοντας της ηθική τους αναμόρφωση.

8.   John Stuart Mill:

Ο Μίλλ γεννήθηκε στο Αγγλία το 1806, ήταν γιος του James Mill, ηγετικού στελέχους του ριζοσπαστικού μεταρρυθμιστικού κινήματος της Αγγλίας. Από μικρός υποβλήθηκε σε αυστηρή εκπαιδευτική αγωγή με βάση τις αρχές της φιλοσοφίας του Ωφελιμισμού του Μπένθαμ, στενού συνεργάτη του James Mill. Το συγγραφικό έργο του Μίλλ είναι εκτενέστατο και καλύπτει ευρύ φάσμα θεμάτων. Η συμβολή του υπήρξε σημαντική σε τομείς όπως η φιλοσοφία, η πολιτική οικονομία και η πολιτική θεωρία. Έντονα δημοκρατικός, στοιχείο που φαίνεται και από την καταγγελία του κατά της καταπίεσης και της κοινωνικής αδικίας εις βάρος των γυναικών, που επιχειρεί στο έργο του ''Η υποταγή των γυναικών.''
Το σπουδαιότερο φιλοσοφικό του σύγγραμμα είναι το ‘’Σύστημα Λογικής.’’ Το έργο αυτό συνδέει οργανικά τον Μίλλ με την παράδοση του βρετανικού φιλοσοφικού εμπειρισμού, που έχει τις καταβολές του στη γνωσιολογία του Λοκ και έλαβε νέα ώθηση με τον σκεπτικισμό του Hume. Ο Μίλλ επιμένει στην εμπειρική προέλευση της γνώσης και επιχειρεί να επεξεργαστεί λογικά κριτήρια για την καταπολέμηση του δογματισμού. Στόχος του στο έργο αυτό είναι να επεξεργαστεί μια θεωρία  επιστημονικής γνώσης, και να οριοθετήσει τη μέθοδο επιστημονικής έρευνας, ώστε να πλήξει οριστικά τις διάφορες μορφές αυθαιρεσίας και υποκειμενισμού προς την αναζήτηση της γνώσης. Οι επιστήμες κατά τον Μίλλ διακρίνονται σε παραγωγικές (πχ αστρονομία) και σε πειραματικές (πχ χημεία). Επιδίωξη όλων των επιστημών, θα πρέπει να είναι το να καταστούν παραγωγικές, δηλαδή να φτάσουν σε ένα επίπεδο καθαρού λογισμού με βάση γενικούς νόμους. Με αυτή την έννοια η παραγωγή δεν είναι η αντίθεση της επαγωγής αλλά η τελική ολοκλήρωση προς την οποία κατατείνουν όλες οι επαγωγικές και πειραματικές γνωστικές προσεγγίσεις. Επιδίωξη της επιστημονικής γνώσης είναι η επίτευξη της βεβαιότητας, πάνω στην οποία θεμελιώνονται οι γενικοί νόμοι που καθορίζουν τη λειτουργία των φαινομένων.
Στην απόπειρα του να καθορίσει τον χαρακτήρα των πραγματικά επιστημονικών νόμων και να τους διακρίνει από τις απλές εμπειρικές διαπιστώσεις, ο Μίλλ διατύπωσε τις περίφημες τέσσερις μεθόδους της πειραματικής ή επαγωγικής έρευνας. Αυτές είναι: η μέθοδος της συμφωνίας, η μέθοδος της διαφοράς, η μέθοδος των υπολοίπων, και η μέθοδος των συνακόλουθων μεταβολών.
Για να αποφευκτεί η αυθαιρεσία και ο δογματισμός, ο Μίλλ πίστευε ότι η επιστημονική προσέγγιση που διατυπώνει στο Σύστημα λογικής έπρεπε να επεκταθεί και σε ότι ονόμαζε ηθικές επιστήμες, στις επιστήμες δηλαδή της ανθρώπινης φύσης και της κοινωνίας. Στόχος του καταλήγει να γίνει μια απόπειρα να συλλάβει και να διατυπώσει ορισμένους γενικούς κανόνες λειτουργίας του πνεύματος, ώστε να καταστεί δυνατή η συγκρότηση μιας επιστήμης της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσω της μελέτης των δυνάμεων που διαμορφώνουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Την επιστήμη αυτή την ονομάζει ηθολογία, και ουσιαστικά αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ ψυχολογίας και κοινωνιολογίας. Η ηθολογία αποτέλεσε σε τελευταία ανάλυση την προσωπική απόπειρα του Μίλλ να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας επιστήμης του ανθρώπου, η οποία θα προέβλεπε τη δυνατότητα άσκησης ηθικών επιλόγων στη διαμόρφωση του ατομικού και συλλογικού χαρακτήρα, και συνεπώς θα θεμελίωνε επιστημονικά την έννοια της ελευθερίας.
 Το δεύτερο χρονικά σημαντικότερο έργο του Μίλλ είναι το ‘’Αρχές της πολιτικής οικονομίας’’. Σε αυτό εγκαταλείπεται σταδιακά η υποστήριξη των αρχών της ελεύθερης αγοράς της κλασικής πολιτικής οικονομίας και ενστερνίζεται τις αρχές του σοσιαλισμού ως προς την οργάνωση της παραγωγής. Η μόνη επιφύλαξη του  σε σχέση με την πλήρη αποδοχή του σοσιαλισμού αφορούσε την εξασφάλιση της ελευθερίας.
Το αίτημα αυτό αποτελεί το επίκεντρο του προβληματισμού του στο δοκίμιο του ‘’Περί ελευθερίας.’’ Στο έργο αυτό ο Μίλλ διερευνά τη σχέση της ελευθερίας με τον πολιτισμό και ανάγει την απόλυτη ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης σε προϋποθέσεις επιβίωσης του πολιτισμού. Το ιδεώδες αυτό σύμφωνα με τον Μίλλ είναι η ατομικότητα, η καλλιέργεια δηλαδή των χαρισμάτων και της προσωπικότητας του καθενός, ώστε να επιτευχτεί με την πολυμορφία των ατομικών εκφράσεων, ο μέγιστος δυνατός εμπλουτισμός του ανθρώπινου πολιτισμού.
Την τελική απάντηση στο πρόβλημα του, δίνεται με το έργο του ‘’Στοχασμοί περί αντιπροσωπευτικής κυβερνήσεως’’, στο οποίο εκτός από την αντιμετώπιση σε θεωρητικό επίπεδο πολλών ζωτικών θεμάτων που αφορούν το ευρύτερο μεταρρυθμιστικό κίνημα της εποχής, ο Μίλλ αναπτύσσει μια γενικότερη θεωρία της δημοκρατίας. Κύρια εστία της πολιτικής του σκέψης είναι ο συνδυασμός των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με διαδικασίες ενεργού συμμετοχής των πολιτών στη διαχείριση των κοινών. Ο προβληματισμός του αυτός συνδέεται με μια νέα αντίληψη για την πολιτική πράξη, την οποία αντιλαμβάνεται ως άσκηση του χαρακτήρα του πολίτη. Κατά τον Μίλλ η πολιτική διακρίνεται από μια ενδιάθετη παιδευτική δυναμική, που συμβάλλει στην ωρίμανση του πολιτικά ενεργού ατόμου καλλιεργώντας τη συναίσθηση των κοινωνικών του ευθυνών και τη συνείδηση του ως μέλους του συνόλου. Έτσι η πολιτική επαναδιαπλέκεται με την ηθική επειδή ακριβώς προωθεί την αρετή και την ευφυΐα στο ατόμου. Για τον Μίλλ ο πολιτικός φιλελευθερισμός από οχυρό εγωιστών με ιδιοτελείς επιδιώξεις μεταβάλλεται σε σχολείο φορέων ηθικής συνείδησης. Συγχρόνως όμως για να διασφαλιστεί η δημοκρατία, τον απασχολεί και η κατοχύρωση της αντιπροσώπευσης των μειοψηφιών. Κλείνοντας εκφράζει τις απόψεις του ,γύρο από το ζήτημα της εθνότητας σε σχέση προς την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση, στοιχείο που το θεωρεί αναγκαίο συντελεστή για την επίτευξη της κοινωνικής συνοχής. Ο Μίλλ πιστεύει ότι η εθνική κοινότητα αποτελεί τη καλύτερη βάση  για τη λειτουργιά των θεσμών της δημοκρατίας, υποστηρίζει την αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία των εθνοτήτων και φρόνει ότι τα όρια του κράτους πρέπει να συμπίπτουν με την έκταση της εθνότητας.







9. Alexis de Tocqueville:

Ο Τοκβίλλ είναι ο πιο βαθυστόχαστος εκπρόσωπος του πολιτικού φιλελευθερισμού στην ηπειρωτική Ευρώπη το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Χωρίς αμφιβολία ο Τοκβίλλ είναι ο σημαντικότερος Γάλλος στοχαστής μετα τον Μοντεσκιέ, του οποίου αποτελεί πνευματικό συνεχιστή.
Το σημαντικότερο έργο του είναι το ‘’Περί της δημοκρατίας στην Αμερική.’’ Το έργο αυτό ουσιαστικά αποτελεί μια πραγματεία για το αμερικανικό πολίτευμα και την πολιτική κοινωνιολογία της αμερικάνικης συμπολιτείας. Με αφορμή το παράδειγμα της Αμερικής διερευνά σε βάθος το χαρακτήρα και τις προϋποθέσεις της δημοκρατικής κοινωνίας, προβληματίζεται μπροστά την εμφάνιση της κοινωνίας των μαζών, εξετάζει τις πολιτικές συνέπιες της κοινωνικής ισότητας και υποβάλλει σε ανάλυση τις προϋποθέσεις διαφύλαξης της πολιτικής ελευθερίας στη σύγχρονη κοινωνία. Η Αμερική προβάλλει το πρότυπο της δημοκρατικής κοινωνίας, σε αντίθεση με τις αριστοκρατικές κοινωνίες της Ευρώπης. Τα βασικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας, κατά τον Τοκβίλλ, είναι η κατά προσέγγιση κοινωνική ισότητα και η παντοδυναμία της πλειοψηφίας. Ο Τοκβίλλ διαπιστώνει ότι η περιφρούρηση της δημοκρατίας, η αποφυγή της τυραννίας της πλειοψηφίας και της κοινής γνώμης και η επιβίωση της πολιτικής ελευθερίας διασφαλίζονται χάρη στην αυτοδιοίκηση των κοινοτήτων, στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, στην ύπαρξη ελεύθερου τύπου και στο σύστημα οργάνωσης της δικαιοσύνης με τα δικαστήρια των ενόρκων. Ιδιαίτερη εντύπωση έκανε στον Τοκβίλλ η πολυμορφία των οργανώσεων της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, που έθεταν σε ενεργεία τη δραστηριότητα των ατόμων και τη διοχέτευαν στα κοινά, και η κοινωνική συνείδηση που εξέτρεφε η θρησκεία στην Αμερική. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο όμως κατά τον Τοκβίλλ ήταν η συνύπαρξη ισχυρής συνείδησης ατομικών δικαιωμάτων με το δημόσιο πνεύμα.
Η θεωρία αυτή της δημοκρατίας που διατυπώνει στον πρώτο τόμο του έργου του, είχε ευρύτατη απήχηση στην Ευρώπη, ακριβώς διότι έμμεσα επισήμαινε τους λόγους της αποτυχίας των ευρωπαϊκών κοινωνιών να αναπτυχθούν δημοκρατικά, παρά τις επαναστατικές εκρήξεις μισού αιώνα. Ο θεμελιώδης κίνδυνος για τη δημοκρατία πηγάζει κατά τον Τοκβίλλ, από την τάση του διοικητικού συγκεντρωτισμού, που συνιστούσε μια άλλη αναπόδραστη διάσταση της καταστροφής της μεσαιωνικής κοινωνίας με τις φεουδαλικές δομές και της εμφάνισης της ατομικιστικής κοινωνίας της ισότητας. Αυτός ήταν ο λόγος που διασώθηκε η δημοκρατία στην Αμερική.
Οι κίνδυνοι και οι φόβοι για το μέλλον της δημοκρατίας είναι διάχυτοι στο δεύτερο τόμο του έργου του. Ακλουθώντας τη μεθοδολογία του Μοντεσκιέ, ο Τοκβίλλ εξετάζει την επίδραση της δημοκρατίας στις πνευματικές τάσεις, τα αισθήματα και τα ήθη των Αμερικανών, Από την ανάλυση του προκύπτει ο κίνδυνος που ελλοχεύει στη δημοκρατική κοινωνία για ισοπέδωση της ιδιοφυΐας, λατρεία της μετριότητας και κατάπνιξη της ελευθερίας.
Η πολιτική φιλοσοφία του Τοκβίλλ στρέφεται γύρω από δύο ιδεατούς τύπους δημοκρατικής κοινωνίας, η σύγκριση των οποίων ελπίζει ότι θα του δώσει την απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσον η ελευθερία θα μπορέσει να επιβιώσει της ισότητας στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες. Τα δύο πρότυπα είναι η δημοκρατία της ελευθερίας στην Αμερική και η δημοκρατία της ισότητας στην Γαλλική Επανάσταση. Η πεμπτουσία του φιλελευθερισμού του Τοκβίλλ συνίσταται στην επιμονή με την οποία επιχειρεί να δείξει ότι η επανάσταση ήταν ασυμβίβαστη όχι μόνο με την ελευθερία αλλά και με τη δημοκρατία. Αυτό ήταν κατά τον Τοκβίλλ, το μάθημα της Αμερικής προς τη Γαλλία. Από την σύγκριση συμπεραίνει ότι η ελευθερία και η επανάσταση αλληλοαποκλείονται και ότι η δημοκρατία και ο δεσποτισμός μπορεί να συμπέσουν. (πχ φαινόμενο του Βοναπαρτισμού.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: