
Το ολοκληρωτικό «κράτος». Σύγχρονες πολιτικές
προσεγγίσεις.
(Η θεωρία του Καρλ Σμιττ και
η πρόσληψή της από θεωρητικούς σε καιρούς σύγχυσης).
" Autoritas, non veritas, facit Legem
" !
Ξερίζωσε
τον κεραυνό από τον ουρανό, σκόρπισε
καινούργιες λάμψεις,
Ξερίζωσε τον ουρανό από την θεότητα,
έφτιαξε
καινούργια διαστήματα,
Ο άνθρωπος
είναι για τον άνθρωπο αντικείμενο
μελλοντικών
μεταμορφώσεων,
Τίποτε δεν
είναι εναντίον του ανθρώπου, παρά ο ίδιος
ο άνθρωπος.[1]
Με τις
λέξεις αυτές ο Carl Schmitt κλείνει το
δεύτερο από τα κείμενά του που φέρουν τον τίτλο Πολιτική Θεολογία (1969),
αναλογιζόμενος σε ποια από τις παρακάτω τρεις ελευθερίες είναι συμφυής η
μεγαλύτερη επιθετικότητα του ανθρώπου. Στην επιστημονική ελευθερία που
αναφέρεται στις αξίες, στην ελευθερία της τεχνικής και βιομηχανικής παραγωγής ή
στην ελευθερία υπολογισμού της ελεύθερης ανθρώπινης κατανάλωσης;[2] Το
ερώτημα του παραμένει αναπάντητο, αλλά δεν αποφεύγει να σκορπίσει στην ατμόσφαιρα τις απαισιόδοξες
σκέψεις και προβλέψεις του: " Stat pro Ratione Libertas, et Novitas pro Libertate ".[3]
Εισάγοντας,
ξανά, την προβληματική της διαλεκτικής του Διαφωτισμού, οριοθετεί την
πρωτοτυπία των σύγχρονών του αντιλήψεων και προοιωνίζει τις, κατά πολύ,
μεταγενέστερες συζητήσεις της πολιτικής φιλοσοφικής σκέψης. Ποιος θα τολμούσε
να μην του αναγνωρίσει τη έγκυρη πρόβλεψη και διορατικότητα που αποκαλύπτουν οι
στοχασμοί του :
"οι από-θεολογικοποιήσεις, οι
από-πολιτικοποιήσεις, οι από-νομιμοποιήσεις, οι από-ιδεολογικοποιήσεις, οι
από-ιστορικοποιήσεις και όλα τα από-οτιδήποτε, εξαφανίζονται κάτω από την
αμείλικτη λογική της θριαμβεύουσας νέας
επιστήμης. Μιας επιστήμης που στην εξελικτική διαδικασία αναπαράγει τον εαυτό
της και τον νέο άνθρωπο. Μιας επιστήμης της οποίας η ελευθερία είναι προϋπόθεση
για την ελευθερία του ανθρώπου, η οποία με την σειρά της εξαρτάται από την
ελευθερία της παραγωγής. Η αναγωγή της ελευθερίας της παραγωγής σε αξία συμπαρασύρει και αναγάγει σε αξία και
την ελευθερία της κατανάλωσης. Όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ένας καινούργιος
θεός. Είναι επιθετικός, ευάλωτος από τους διαρκείς νεωτερισμούς που προσβάλλουν
την ύπαρξή του. Είναι απλώς - και αυτός - ένα προϊόν !"[4]
Τι θα
μπορούσε να εκφράσει καλύτερα τη σημερινή πραγματικότητα από τη διαπίστωσή
του ότι τίποτε δεν είναι πιο μοντέρνο
από τον αγώνα ενάντια στην πολιτική.[5] Ή,
ποιον δεν θα εντυπωσίαζε η πρόβλεψή του ότι η ερμηνευτική αδυναμία της
εγελιανής και μαρξιστικής διαλεκτικής, μπροστά στη δυσοίωνη πραγματικότητα, δεν
αποκλείει την πρόβλεψη μιας ανθρωπότητας που θα βουλιάξει κάτω από μια
παγκόσμια καταπίεση ή την προοπτική μιας καινούργιας "μαζικής"
μετανάστευσης που θ' αλλάξει την όψη της γης![6]
Βέβαια,
κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει τις ηθικές και πολιτικές συνέπειες των
αντιλήψεών του. Θα ήταν μεροληπτικό να διαγράψουμε την "ναζιστική"
περίοδο του Carl Schmitt ή να τη
θεωρήσουμε ως μία "εξαιρετική" κατάσταση η οποία απετέλεσε ένα,
λίγο-πολύ, ατυχές διάλειμμα στην αξιοπερίεργη και απρόβλεπτη στοχαστική δραστηριότητά
του. Όπως αναφέρει ο Oren Gross, ο Carl Schmitt διατύπωσε
με ευθύτητα τις απόψεις του. Όμως, όλοι αυτοί που επικαλούνται το μύθο του δεν
πρέπει να ξεχνούν ότι οι θεωρητικές συζητήσεις
δεν είναι μία άσκηση που δημιουργεί προβληματισμούς και πνευματικές αναζητήσεις μέσα στους
κλειστούς τοίχους μιας ακαδημαϊκής κοινότητας, σε ένα "αποστειρωμένο"
περιβάλλον. Επειδή, απλούστατα, δεν μπορεί να υπάρξει φιλοσοφική σκέψη χωρίς
πολιτικές συνέπειες.[7]
Αντίστοιχη
είναι και η θέση της Chantal Mouffe, «δεν στρεφόμαστε στον Carl
Schmitt μόνο και μόνο για να κτυπήσουμε το φιλελευθερισμό. Θα ήταν λάθος, όπως,
εξ ίσου, λάθος θα ήταν να σταθούμε μόνο στη υποστήριξή του στο ναζιστικό
καθεστώς και να παραγνωρίσουμε την εντυπωσιακή θεωρητική του προσφορά. Ο Carl
Schmitt είναι αντίπαλος. Αλλά, ένας αντίπαλος αξιοθαύμαστης διανοητικής
ποιότητας, από την ενασχόληση με τη σκέψη του οποίου θα μπορούσαμε να
ωφεληθούμε πολλά… Ο σκοπός δεν είναι να γίνουμε αριστεροί Schmitt-ιανοί
. Είναι να ανιχνεύσουμε στη σκέψη του εκείνα τα στοιχεία που θα βοηθήσουν την
κριτική του φιλελεύθερου μοντέλου και την ενίσχυση της δημοκρατίας».[8]
Τρία είναι
τα κύρια στοιχεία που καθιστούν επίκαιρη τη σμιττ-ιανή θεωρία. Η θέση του για
τον ρόλο της εξουσίας ως έκφρασης του Κυρίαρχου, ο ορισμός του τι είναι
«πολιτικό» και η θέση του για τη νομιμοποίηση της διεθνούς ύπαρξης και δράσης
των κρατών. Σε μία εποχή ανασυγκρότησης της πολιτικής θεωρίας με όρους
παραδοσιακούς, ο Schmitt αποκαλύπτει (από την πλευρά του) τον ρόλο και τη φύση
της εξουσίας και τον ρόλο του πολίτη μέσα σ’ ένα σύμπαν που μαστίζεται από
κρίσεις, αυταρχικότητα και εξουσιαστική κυριαρχία απέναντι στη διαφορετικότητα.
"
H Διαλεκτική του Διαφωτισμού "
Η
διαλεκτική του Διαφωτισμού, θεματικά, δεν είναι καινοτομία της σκέψης του Carl
Schmitt.[9] Κατά
τον Stephen Holmes, αποτελεί κεντρικό σημείο
στη πνευματική δραστηριότητα ενός προγενέστερου στοχαστή που έχει επηρεάσει
πολύ τον Carl Schmitt. Ο Joseph de Maistre
είναι αυτός ο οποίος, ακολουθώντας την παραδοσιακή θεολογική κριτική, βάλλει
κατά της εκρηκτικότητας του συνδυασμού της μοντέρνας φιλοσοφίας και της φυσικής
επιστήμης. Όπως ισχυρίζεται, ο Locke απελευθέρωσε το τέρας που
έχει ρημάξει την Ευρώπη. Το επιχείρημα αυτό θα γίνει πολύ δημοφιλές αργότερα
και θα αποκληθεί : Διαλεκτική του
Διαφωτισμού. [10]
O άθεος σκεπτικισμός
καταστρέφει τις δυνατότητες της ανθρώπινης δημιουργίας, περιλαμβανομένης και
της επιστημονικής δημιουργίας, μιλάει για πολιτισμό και Λόγο και παράγει το
παράλογο και τη βία. Οι φιλελεύθεροι είναι προληπτικοί και επικίνδυνοι διότι
αγνοούν το κλειδί στον πολιτικό κανόνα. Υπερεκτιμούν την αποτελεσματικότητα του
Λόγου και της ισχύος στη δημιουργία και διατήρηση της κοινωνικής τάξης. Αυτό
που δεν μπορούν να δουν, καταλήγει ο de Maistre, είναι ότι ο άνθρωπος
χρειάζεται ένα μ ύ θ ο. Ο σκεπτικισμός είναι η μεγαλύτερη απειλή για τον
πολιτισμό.[11]
Τα επιχειρήματα του de Maistre
κατά του Διαφωτισμού θα τα συναντήσουμε, με άλλη μορφή, στη σκέψη ενός άλλου
νεώτερου στοχαστή, του Leo Strauss. Κατά τον Holmes,
οι de Maistre - Schmitt - Strauss, αποτελούν το συμπαγές
πλαίσιο μιας κριτικής του λιμπεραλισμού που προέρχεται από συντηρητικές πηγές.
Η κριτική αυτή διαφοροποιείται, ουσιαστικά, από την κριτική που προέρχεται από
την άλλη κατεύθυνση, π.χ. τον MacIntyre , τον Lasch
και τον Unger, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μοιράζονται κοινά θέματα
(π.χ. η κριτική του πολιτισμού). Ο στόχος πάντως παραμένει ο ίδιος. Η
εξοντωτική αμφισβήτηση του φιλελεύθερου κοινοβουλευτικού μοντέλου, όπως
αναπτύχθηκε στη Δυτική Ευρώπη. [12]
Ο ρόλος του Μ ύ θ ο υ είναι θεμελιακός για
την κριτική του Carl Schmitt στο λιμπεραλισμό. Στο σημαντικό έργο του Η Κρίση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, ο Carl Schmitt αναφέρει ότι
ο Μύθος είναι αυτός που καθιστά τον λαό ή την τάξη μηχανή της παγκόσμιας
ιστορίας. Έτσι παρατηρούμε ότι ο μύθος της ιστορικής αναγκαιότητας και του
αναπόφευκτου στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, της τελικής μετάβασης στο στάδιο
του απόλυτου κομμουνισμού και της λύτρωσης του ανθρώπινου γένους χαρακτηρίζει
τη μαρξιστική σκέψη (οι ρίζες της είναι, βέβαια, εγελιανές). Η ηθική υπεροχή
του προλεταριάτου δεν το ωθεί, απλώς, στη Φιχτεϊκή "εκπαιδευτική"
δικτατορία, αλλά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση της αστικής τάξης, η οποία προσδιορίζεται
ως ο απόλυτος εχθρός, ο, υπό εξαφάνιση, "άλλος".[13] Κατά
τον Carl Schmitt, έχει απόλυτο δίκιο ο Sorel,
όταν αναφέρει ότι η ικανότητα για δράση
και για ηρωισμό στηρίζεται στη δύναμη του μύθου[14].
Μόνο οι σοσιαλιστικές μάζες έχουν, κατ' αυτόν, ένα μύθο που τις καθιστά το
όχημα της παγκόσμιας ιστορίας. Στη λογική αυτή, που φαίνεται να αποδέχεται ο
Carl Schmitt, εντάσσονται οι απόψεις άλλων δύο στοχαστών. Ο Proudhon
και ο Donoso Cortes
φαίνεται να κινούνται στην κατεύθυνση αυτή και να συγκροτούν το μύθο σε
πολιτική πράξη. Αυτό που θαυμάζει ο Carl Schmitt είναι η εμμονή τους στην
πολιτική απόφαση. Για τον Cortes, παρ' ότι είναι ορκισμένος
αντίπαλος, δεν υπάρχει αμφιβολία: "ο ριζοσπαστικός σοσιαλισμός υπήρξε κάτι
πελώριο, ανώτερο από τη φιλελεύθερη πρόταση, γιατί πήγε πίσω στα προβλήματα και
έδωσε ριζοσπαστικές απαντήσεις σε αποφασιστικά ερωτήματα. Και όλα αυτά διότι
είχε μια θεολογία !"[15]
Βέβαια,
ξεκινώντας από τον Sorel (Σκέψεις πάνω
στη βία - 1919)[16] ο
Carl Schmitt ανιχνεύει την έμμεση παραδοχή του ότι κατά την εποχή αυτή υπάρχει
σύγκρουση μύθων. Ο εθνικιστικός μύθος απέναντι στο μύθο της ταξικής σύγκρουσης.
Για τον Carl Schmitt, ο εθνικιστικός μύθος υπερτερεί και αναδείχθηκε νικητής
πάντοτε στις συγκρούσεις του με το μύθο της ταξικής σύγκρουσης. Αυτό, βέβαια,
δεν αποκλείει τη δυνατότητα συνδυασμού
των δύο μύθων. Παράλληλα, ο εθνικιστικός μύθος είναι και ο μοναδικός,
κατά την άποψή του, που περιθωριοποίησε τη δημοκρατία (με οικουμενική
έννοια) και τον κοινοβουλευτισμό.[17] Η
συζήτηση που ανοίγει ο Carl Schmitt θα κρατήσει για πολλά χρόνια μετά τη
συγγραφή αυτού του κειμένου και είναι ενδεικτική για τη μεγάλη σημασία της.[18] Σε
σχέση με τα παραπάνω, ο Waterman αναφέρει ότι η εθνικιστική
και η ταξική ταυτότητα αναπτύχθηκαν παράλληλα κατά τον 19ο αιώνα και οι εργαζόμενοι μπορούσαν να
επιλέξουν μεταξύ των ταυτοτήτων ανάλογα με τις περιστάσεις. Όμως, στην πορεία,
αποδείχθηκε ότι η ταξική συνείδηση αποτελεί δευτερεύουσα πολιτική επιλογή.
Διότι, ως γνωστό, "οπουδήποτε η ταξική ταυτότητα-συνείδηση ήρθε σε ρήξη με
την εθνικιστική ή τη θρησκευτική ή τη φυλετική κατάρρευσε ή προδόθηκε".[19]
Για τον Strauss
ο μύθος καταρρέει μέσα από άλλες λογικές. Η προβληματική είναι ίδια αλλά
μετατοπίζεται σε φιλοσοφικό επίπεδο. Οι
αρχαίοι και οι νεώτεροι φιλόσοφοι συμφωνούσαν σε μια ολόκληρη σειρά
θεμάτων: δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, η κατοικήσιμη γη θα εξαντληθεί, όλα τα
έθνη ιδρύθηκαν πάνω στο έγκλημα, όλα τα σύνορα είναι παράνομα κ.α. Αυτό στο
οποίο διαφωνούσαν ήταν το ότι για τους
αρχαίους οι αλήθειες αυτές έπρεπε να αποκρυφτούν με επιμέλεια από τους
ανθρώπους, ενώ οι νεώτεροι - περιλαμβανομένων όλων των κλασσικών φιλελεύθερων -
υποστήριζαν ότι η αλήθεια ουδέποτε είναι καταστρεπτική και πρέπει να
ανακοινώνεται ευρύτατα. Αυτή είναι η δική του Κρίση της Νεωτερικότητας που
οδήγησε στην Πολιτική Φιλοσοφία, δηλαδή, όχι τη φιλοσοφία των "πολιτικών",
αλλά την πολιτική - εκλαϊκευμένη προσέγγιση της φιλοσοφίας.[20]
Βέβαια η
κριτική της νεωτερικότητας στον Carl Schmitt
εδράζεται αλλού. Αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η δική του
διαλεκτική του διαφωτισμού είναι το πρώτο του κείμενο με τίτλο "Πολιτική Θεολογία - Τέσσερα κεφάλαια στη θεωρία της κυριαρχίας" (1922). Ο Carl
Schmitt στο κείμενο αυτό, έχοντας κάνει μια εκπληκτική είσοδο στη σκηνή
προσδιορίζοντας τον Κυρίαρχο, ως αυτόν που αποφασίζει για την εξαιρετική
περίπτωση[21], αναλύει τη δική του
προβληματική γύρω από το ζήτημα της νομικής φόρμας και της απόφασης. Παρά το χομπεσιανό περιβάλλον μέσα στο οποίο
συνθέτει τη θεωρία του, διαφοροποιείται σημαντικά από τον Χομπς μεταφέροντας
την έννοια του κυρίαρχου από την υποκειμενική της διάσταση (εντολοδόχος του
κοινωνικού συμβολαίου) στη νομική. Δεν τον ενδιαφέρει η προσωποποίηση της
εξουσίας αλλά η δυνατότητα εφαρμογής της μέσα από τη δυνατότητα επιβολής του
Νόμου ως απόφασης του Κυρίαρχου. Ο νομικός φορμαλισμός είναι αυτός που του
προκαλεί αφάνταστη απέχθεια, για ένα απλό λόγο. Μέσα από τη διαδικασία αυτή
μεταλλάσσεται ουσιαστικά η έννοια της κυριαρχίας, αυτό που είναι το βασικό της
πρόβλημα είναι η σχέση μεταξύ υπέρτατης
δύναμης, πραγματικής και νομικής.[22]
"Αυτό που φτιάχνει την αξία ενός τύπου δεν μπορεί να είναι παρά ένας
τύπος. Γι αυτό στη νομική θεωρία, το Κράτος ταυτίζεται με το Σύνταγμα, με τον
μοναδικό θεμελιώδη τύπο".[23] Η
Ενότητα αυτή που προϋποθέτει, ουσιαστικά, μια μονιστική αντίληψη δεν είναι
τίποτε άλλο παρά η σύγχρονη ιδέα του Κράτους που αντικαθιστά την προσωπική ισχύ
με μία πνευματική. Δεν είναι το Κράτος που έχει την (αποφασιστική) ισχύ αλλά
είναι το Δίκαιο. "Δεν ζούμε πια κάτω από την κυριαρχία των προσώπων αλλά
κάτω από την κυριαρχία των τύπων". Το Κράτος έχει ένα μόνο σκοπό, να
δημιουργήσει δίκαιο, δηλαδή, μέσα στη λογική της πλουραλιστικής δημοκρατίας, να
εξακριβώσει και διασφαλίσει τη νομική αξία των συμφερόντων των διαφόρων ομάδων.[24] Όμως
αυτό είναι η πηγή όλων των δεινών. Ο
κυρίαρχος μεταλλάχθηκε σε "υπήκοο", η απόλυτη δυνατότητα για απόφαση
σε νομική φόρμα, δηλαδή σε όργανο εξυπηρέτησης άλλων σκοπών. Ο Μύθος διαλύθηκε
εις τα εξ ων συνετέθη και επανασυγκροτήθηκε ως fairy tale
(παραμύθι).[25]
Στη λογική
αυτή κινείται και η αντιπαράθεση του Carl Schmitt με τον Max Weber. Στην "Πολιτική
Θεολογία " (1922) αναφέρει την τριπλή διάκριση του τύπου που κάνει
ο Weber στην κοινωνιολογία του
δικαίου του: Juridique - formel - rationalist. H λογική
του Weber κινείται στην αναγκαιότητα μιας τεχνικής τελειότητας στο
πλαίσιο της ικανότητας πρόβλεψης των αναγκών της επικοινωνίας και των
ενδιαφερόντων μιας γραφειοκρατίας
που συγκροτήθηκε μέσα από μια νομική
τυποποίηση. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, η τυποποίηση αυτή κυριαρχείται από το
ιδανικό μιας λειτουργικότητας χωρίς συγκρούσεις.[26]
Όμως, πίσω από όλη αυτή τη συζήτηση για μια θεωρία του κράτους ( Krabbe, Preuss, Kelsen )
κρύβεται - κατά τον Carl Schmitt - ένας
και μόνο σκοπός. Να μετατεθεί ο υποκειμενικός τύπος στον αντικειμενικό. Να
εξαφανιστεί οτιδήποτε είναι προσωπικό από την έννοια του Κράτους. Το deliberare και το agere να κυριαρχηθούν από τη νομική μορφή, από μια τεχνική
κατασκευή. Ο θρίαμβος της νεωτερικότητας σε όλο της το μεγαλείο. Τίποτε να μην
ξεφεύγει από τον κανόνα, όλα να κρίνονται με βάση αυτόν.[27] Η
νομική πρόταση σαν τύπος απόφασης λέγει μόνο πως πρέπει να λαμβάνεται η
απόφαση. Δεν λέγει, όμως, ποιος πρέπει να τη λάβει[28].
Οι Horkheimer - Adorno, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, επαναλαμβάνουν τον
προβληματισμό του Carl Schmitt. Στη "Διαλεκτική του Διαφωτισμού"
αναπτύσσεται το ίδιο επιχείρημα με πανομοιότυπη λογική. Η κριτική του
θετικισμού προβάλλει ως το κατ' εξοχήν ζήτημα που πραγματεύονται οι
συγγραφείς. Η τεχνική ως ουσία της
γνώσης και η κυριαρχία της operation (λειτουργία), ως
αποτελεσματικού τρόπου ενέργειας, "θεοποιούν" τη διαδικασία. Το
σημαντικό δεν είναι η ανακάλυψη της αλήθειας αλλά η ίδια η διαδικασία. Ο
φορμαλισμός που οδηγεί στην εξόντωση του ανιμισμού, στην απομάγευση του κόσμου,
στο θάνατο του Μύθου. " Ότι δεν
συμφωνεί με τα κριτήρια του υπολογισμού και της χρησιμότητας είναι για τον
Διαφωτισμό επικίνδυνο και ύποπτο".[29]
Είναι ακριβώς η ίδια θέση με αυτή του Carl Schmitt που αποκαλύπτει την καταδίκη
από τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού της "εξαίρεσης" σε όλους τους
τύπους.[30] Η
προβληματική είναι πανομοιότυπη, η κριτική που φτάνει στις ρίζες (Bacon)
οπλίζεται με τα επιχειρήματά του Carl Schmitt. Ακόμη και ο de Maistre ανασύρεται από το οπλοστάσιο.[31] Το
"προσωπικό" στοιχείο του Carl Schmitt εξαϋλώνεται από την ενότητα
μιας χειραγωγημένης συλλογικότητας που συνίσταται στην άρνηση κάθε μεμονωμένου
ατόμου, επομένως και του "κυρίαρχου". Η καθοριστική απόφαση πρέπει να
διαβεί το λαβύρινθο της φόρμας και να επιστρέψει ως τυπική διαδικασία.
Ουσιαστικά όμως, έτσι ευνουχίζεται αφού δεν προσδιορίζεται ποιος θα αναλάβει,
την κρίσιμη-εξαιρετική στιγμή, την ιστορική πρωτοβουλία. Και αυτό διότι, όπως
αναφέρει ο Carl Schmitt, τελικά, μέσα από τη λογική του πλουραλισμού, ουδείς
νομιμοποιείται να αναδειχθεί σε κυρίαρχο και να αντικαταστήσει τη "γενική
βούληση" κατά την εξαιρετική αυτή περίπτωση. Είναι η δημοκρατική ιδέα της
"νομιμότητας" που αντικατέστησε την ιδέα της μοναρχίας. Κατά τον Carl
Schmitt, από το 1848, η έννοια του droit public γίνεται θετικιστική.[32] Αλλά
και σε ένα άλλο επίπεδο, ο Carl Schmitt προοιωνίζει και την επιστροφή του
Μύθου, που θα εξαγγείλουν οι συγγραφείς της "διαλεκτικής του
Διαφωτισμού". Παρ' ότι είναι αυτός που ουσιαστικά θέτει το πρόβλημα της
κυριαρχίας του θετικισμού, της αντικειμενικότητας και της τυφλής φύσης ως
επιστροφής του Μύθου, επεξεργάζεται την επιστροφή αυτή και μέσα από την άλλη
της μορφή. Τη μορφή της εκκοσμίκευσης των θεολογικών εννοιών μέσα από τις
έννοιες της σύγχρονης θεωρίας του Κράτους (Θεός - Ηγεμών -Νομοθέτης ). [33]
Η σχέση
Carl Schmitt και Σχολής της Φραγκφούρτης, είναι ένα ζήτημα που απασχόλησε - και
απασχολεί ακόμη - πολλούς ερευνητές. Μια σειρά από άρθρα που εμφανίστηκαν στο
περιοδικό "Telos", από το 1987 και μετά[34],
πυροδότησαν μία συζήτηση που, μπορούμε να πούμε ότι, όξυνε τα πάθη και ανέβασε
τον τόνο των αντιπαραθέσεων. Η θέση της Helen Kennedy
ήταν ότι υπήρξε σημαντικότατη επίδραση των θεωρητικών κατασκευών του Carl
Schmitt στη σκέψη των στοχαστών που αποκλήθηκαν σχολή της Φραγκφούρτης. Η
κυριότερη επίδραση παρουσιάζεται στα έργα του Otto Kircheimer και του Franz Neumann, στον Walter Benjamin και, στη δεύτερη γενεά,
στον J. Habermas. Οι σημαντικότερες γραμμές
πρόσληψης του Σμιττ-ικού επιχειρήματος από τη Σχολή της Φραγκφούρτης
επικεντρώνεται σε τρία σημεία:
¨
μία "ουσιώδη" έννοια της δικτατορίας - όχι
απαραίτητα τυπική,
¨
μια μέγιστη αντίφαση μεταξύ δημοκρατίας και φιλελεύθερων
πολιτικών θεσμών,
¨
μια ανάλυση της συνταγματικής νομιμότητας διαφοροποιουμένης
από τη νομιμοποίηση των επιμέρους άρθρων και του Συντάγματος, ως συνόλου.
Το ζήτημα της αντίθεσης μεταξύ νομιμότητας και
νομιμοποίησης - επίκαιρο κατά τις ημέρες μας - αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στη
συνταγματική και πολιτική θεωρία του Carl Schmitt.[35] Κατά
τον Ulrich Preuss,
αυτό που πρέπει να έχουμε υπ' όψιν εξετάζοντας τις απόψεις του Σμιττ στον τομέα αυτό, είναι η βασική, πολιτική θέση
που αναπτύσσει τόσο στην "Έννοια του
Πολιτικού", όσο και στην "Πολιτική
Θεολογία", ότι : η έννοια του
Κράτους προϋποθέτει την έννοια του
πολιτικού.[36] Το πολιτικό δεν
μπορεί και δεν πρέπει να είναι
ολοκληρωτικά κυριαρχούμενο, από-πολιτικοποιημένο και μεταφερμένο στους θεσμούς.
Το "πολιτικό" προηγείται του Συντάγματος. Είναι
προ-συνταγματική θεσμοθέτηση του Συντάγματος. Η προ-θεσμική πολιτική
μοναδικότητα του λαού προηγείται της
νομικής και συνταγματικής τάξης.[37] Σαν συνέπεια η ακεραιότητα της πολιτικής τάξης
μπορεί (και πρέπει) να υποστηριχθεί απέναντι στο Σύνταγμα, διότι η
έννοια της πολιτικής τάξης δεν είναι το
Σύνταγμα, αλλά η ακεραιότητα της μοναδικότητας του λαού.[38]
Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό ο Preuss,
αναφερόμενος στο έργο του Carl Schmitt "Verfassungslehre" [Συνταγματική θεωρία] (1928), προχωρεί σε
μία αντιδιαστολή Συντάγματος και
Συνταγματικού Νόμου. Στην πρώτη
περίπτωση, η έννοια του συντάγματος
περιλαμβάνει την προ-συνταγματική πολιτική ύπαρξη, δηλαδή τις αναγκαίες
αποφάσεις για το σχηματισμό της συνταγματικής τάξης[39]. Στη δεύτερη περίπτωση, o
συνταγματικός νόμος αναφέρεται σε επουσιωδέστερα ζητήματα που εκφράζουν
συμφέροντα ομάδων (πλουραλιστικά) και ενσωματώθηκαν στο Σύνταγμα για να
προστατευτούν κατά της οποιαδήποτε πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής,
κυρίως, μέσα από την πλειοψηφία των 2/3. Στη λογική αυτή, ένα coup d' Etat (πραξικόπημα) που θα
αποσκοπεί στην προστασία του "πολιτικού" Συντάγματος απέναντι στα
συμφέροντα των διαφόρων ομάδων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αντισυνταγματικό,
αλλά αποβαίνει, εν τέλει, σε όφελος της δημοκρατίας [40].
¨
Μια κριτική - νομική θεώρηση του κοινωνικο-ιστορικού ρόλου
της μπουρζουαζίας, ως βάσης για τους θεσμούς του φιλελεύθερου-δημοκρατικού
κράτους .[41]
Η προβληματική της Kennedy
μετατρέπεται σε διαμάχη γύρω από τον
βαθμό επίδρασης της θεωρίας του Carl Schmitt από μέλη της Σχολής της
Φραγκφούρτης. Η θέση της είναι ότι, αν θεωρήσουμε ως "παιδικό σφάλμα"
τη σχέση Benjamin - Schmitt[42], όπως και αυτή του Habermas
(από την οποία ο ίδιος πολύ γρήγορα αποστασιοποιήθηκε), δεν μπορούμε όμως, με
τίποτε, να παραγνωρίσουμε τη σχέση του Kirchheimer και του Neumann
με τη θεωρία του Carl Schmitt, ιδιαίτερα με τις κριτικές θέσεις του στην
αντιπαράθεση λιμπεραλισμού και δημοκρατίας. Είναι ενδεικτική η αντιπαράθεσή της
με τον Jay και τον Sollner στην προσπάθεια των δύο
στοχαστών να "αποκαθάρουν" τα
Σμιττ-ιανά στοιχεία από τη σκέψη των δυο Γερμανών. Όμως ο Kirchheimer μεταφέρει αυτούσια την
προβληματική του Carl Schmitt, ιδιαίτερα όσο αφορά τις συγκρούσεις και τον
ανταγωνισμό των ομάδων μέσα στη φιλελεύθερη δημοκρατία και υποστηρίζει ότι
"Η Πολιτική Θεολογία "
και "Η Δικτατορία " αποτελούν άριστο εργαλείο για την ανάλυση των
αντιπαραθέσεων αυτών και της έννοιας της κυρίαρχης δύναμης. Παράλληλα, τα
κείμενα αυτά, επικεντρώνουν τη συζήτηση στο θεμελιακό, κατά Σμιττ, ερώτημα του
πως προσδιορίζεται ιστορικά η έννοια του "κοινού καλού" και του
"δημόσιου συμφέροντος". Για τον Kirchheimer o
Σμιττ έχει απόλυτο δίκιο στα προβλήματα
που θέτει η σύγχρονη πολιτειακή θεωρία:
-
δεν υπάρχουν υποχρεωτικοί κανόνες και
-
τα πολιτικά ζητήματα εξελίσσονται σε μια κατάσταση
"ειδικής εξαίρεσης", η οποία υποδηλώνει
την απουσία ενός συστήματος ορθολογικού συντονισμού που ιστορικά αποδιδόταν
στον κυρίαρχο.[43]
Το ερώτημα
που θέτει η Kennedy είναι τι ζητάει να ανακαλύψει η Αριστερά στη σκέψη του Carl Schmitt;
Ερώτημα που θα συναντήσουμε παρακάτω και θα παρουσιάσουμε ορισμένες - πρώτες
απαντήσεις διαφόρων στοχαστών του ευρύτερου αριστερού χώρου που θέλει να
αποκαλείται Νέα Αριστερά.
"
Φίλος ή Εχθρός ;"
Σε τρία
βασικά σημεία επικεντρώνεται η θεωρία
του Carl Schmitt για την έννοια του "πολιτικού". Στην καθεαυτή έννοια του "πολιτικού",
όπως προσδιορίζεται σε σχέση με την έννοια του Κράτους, στον προσδιορισμό των
εννοιών του "φίλου" και του "εχθρού" και στην έννοια του
"κόσμου", ως ενιαίου πλουραλιστικού σύμπαντος. Μέσα από τις οριοθετήσεις αυτές ο Σμιττ
εισάγει στη συζήτηση ένα πλήθος από ζητήματα τα οποία ανασύρει από
προβληματισμούς στο χώρο της κλασσικής και σύγχρονης πολιτικής σκέψης και, με
τον τρόπο αυτό, η σκέψη του θα
αποτελέσει πρωτογενές υλικό για τις σύγχρονες αντιπαραθέσεις και αναζητήσεις.
Είδαμε ότι,
κατά τον Σμιττ, η έννοια του Κράτους προϋποθέτει την έννοια του πολιτικού. Το
Κράτος, γι' αυτόν, είναι η ιδιαίτερα διαμορφωμένη κατάσταση του λαού, αυτό που
αποκαλεί 'status εν γένει'. Σε αντίθεση με τη
φιλελεύθερη προοπτική που αισιοδοξεί να
επιφέρει πλήρη διάσταση του πολιτικού - κρατικού από το κοινωνικό, ο
Carl Schmitt απαντά με το "ολοκληρωτικό
κράτος" το οποίο παρουσιάζει ως την ταυτότητα εκείνη κράτους-κοινωνίας
που δεν αφήνει αδιάφορη καμία περιοχή. Σ' αυτό το κράτος όλα είναι, δυνάμει,
πολιτικά.[44]
Η λογική
του ολοκληρωτικού κράτους στηρίζεται στην άποψη του Carl Schmitt ότι το Κράτος
πρέπει να εμφανίζεται και να λειτουργεί στις διάφορες αντιπαραθέσεις ως
"υπερέχων" τρίτος πόλος και όχι ως ουδέτερος. Παράλληλα,
αναγνωρίζει την αδυναμία προσδιορισμού/
ολοκλήρωσης του πολιτικού στα σύγχρονά του κράτη, είτε εμφανίζονται με τη μορφή
της γραφειοκρατικής - διοικητικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είτε με τη
μορφή του συγκεντρωτικού κράτους
(φασιστικό - μπολσεβίκικο)[45].
Είναι η εμφάνιση του ολοκληρωτικού μοντέλου ως: ολοκληρωτικού –μέσω αδυναμίας ή
ολοκληρωτικού –μέσω ισχύος.[46] Η
προσπάθειά του κατευθύνεται στη λογική
συγκρότησης μιας "Ηθικής του
Κράτους" σε απάντηση της ηθικής και λογικής του κοινοβουλευτισμού, κυρίως,
μέσα από τη λογική του κομματικού κράτους, (Parteienstaat).[47] Για τον Carl Schmitt, ακόμη
και αν αποδεχθούμε τη μετάλλαξη της μορφής του φιλελεύθερου κράτους (μέσα από
τη λειτουργία της κοινωνίας των πολιτών), σε αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, ακόμη
και τότε δεν θα υπάρχει τίποτε που να μην είναι - τουλάχιστον δυνητικά -
πολιτικό.[48] Γι αυτό και το κράτος
αυτό θα είναι "δυνητικά ολοκληρωτικό κράτος".[49] Μπορεί
να ελαττωθεί με διάφορους τρόπους, αλλά
δεν εξαφανίζεται ποτέ. Η παραπέρα θεμελίωση της θέσης αυτής του Σμιττ είναι
η αναγκαιότητα της επέκτασης [μεγάλη-έκταση] (Grossraumm).[50]
Στη
συνέχεια, ο Carl Schmitt προσδιορίζει τη
σχέση του κράτους και πολιτικής. Η "πολιτική" είναι η κατάταξη
που προσανατολίζεται στην κρίσιμη κατάσταση. Επαναφέρει, δηλαδή, την
έννοια της "εξαιρετικής κατάστασης" από την οποία προσδιόρισε και την
έννοια του κυρίαρχου[51]. Η
έννοια αυτή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στη θεωρία του, διότι μέσα από αυτή
στήνεται όλο το οικοδόμημά του. Κατά τον Oren Gross η «εξαίρεση», όπως εμφανίζεται στο έργο του
Carl Schmitt, είναι η καθαρότερη έκφραση και αντανάκλαση του πολιτικού. Μέσα
από αυτή προσδιορίζεται, όπως θα δούμε, η διάκριση φίλου - εχθρού, η έννοια του
πολέμου και της διεθνούς κατάστασης. Για τον Gross,[52] υπάρχει μια τριγωνική σχέση
μεταξύ Εξαίρεσης, Κυριαρχίας και Απόφασης με πρωτεύουσα σημασία στην πρώτη:

Ε
ξ α ί ρ ε σ η
Για τον
Σμιττ το κράτος είναι αυτό που έχει την
ικανότητα να σώσει την τάξη και την ειρήνη. Παράλληλα έχει και τον ποιοτικό
χαρακτήρα να προχωρήσει στην ενέργεια αυτή. Ο χαρακτήρας αυτός υποστασιοποιείται
μέσα από το Νόμο. Τον Νόμο, όμως, όχι
ως προς την εσώτερη δικαιοσύνη του, δηλαδή όχι ως αποτελέσματος
συγκεκριμένης διάκρισης σε κοινωνικές ομάδες, ούτε ως Νόμο που προσδιορίζεται
σαν εξήγηση ιστορικών γεγονότων από τη φιλοσοφία του δικαίου. Ο Νόμος είναι
η Απόφαση για την πραγμάτωση του . Πραγμάτωση που επιτυγχάνεται μόνο με
πράξη "κυρίαρχης" απόφασης. Αυτή είναι η «enanthropesis des Rechts» [ενανθρώπιση του δικαίου].
Είναι το αποφασιστικό κριτήριο για το αν το κράτος έχει την "τελευταία
λέξη" στο περιεχόμενο του Νόμου και κάθε κυβερνητικής απόφασης για θέμα
που δεν λύνεται με συναίνεση και ειρηνικά μέσα. Είναι η λογική που θα
οδηγήσει στη νομιμοποίηση του Reichprasident [προέδρου του Ράιχ] αλλά
και στη μόνη εφικτή προσπάθεια, κατά τον Σμιττ, να προσεγγίσουμε, μέσω του
Νόμου, το Δέον (Sollen).[53] Ο Σμιττ εμφανίζεται να
υποστηρίζει την πλατωνική θέση για την έννοια του Νόμου (αν και είναι σαφής η
σχέση του με τον Πολέμαρχο)[54]. Ο
Νόμος είναι η Ενανθρώπιση του Δικαίου κάτω από την αυστηρή επίβλεψη του Κυρίαρχου.
Ο Σμιττ θα έγραφε σίγουρα μια απάντηση στο γνωστό κείμενο του Dahrendorf, θεωρώντας δεδομένη την αντίθεσή
του σε μια θέση σαν αυτή του Θρασύμαχου[55].
Η έννοια
αυτή του κυρίαρχου κράτους βάλλεται στη σύγχρονη μαζική δημοκρατία. Το Κράτος
μάχεται να υπερασπίσει το μονοπώλιο της εξουσίας που αμφισβητείται και
εκκοσμικεύεται. Απέναντί του στέκονται διάφορες πλουραλιστικές δυνάμεις (εκκλησίες,
ενώσεις, κόμματα κ.α.) που προσπαθούν να το απονευρώσουν και να το
εξουδετερώσουν πολιτικά.[56] Για
να αποφευχθεί αυτό, αναγκαία προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πολιτικής ενότητας. Η πολιτική
ενότητα είναι η καθοριστική ενότητα διότι αν εκλείψει εκλείπει και το
"πολιτικό". Η ενότητα αυτή θεμελιώνεται πάνω στη διάκριση φίλου -
εχθρού.[57] Ο Σμιττ επανέρχεται έτσι
στο βασικό ερώτημα, πως θεμελιώνεται η έννοια της δημοκρατίας. Γι' αυτόν δημοκρατία
είναι ενότητα, ομοιογένεια. Ο πολιτικός χαρακτήρας της
Δημοκρατίας δεν εστιάζει στο περιεχόμενο του κανόνα αλλά σε αυτόν που τον θέτει.
Κάθε ενεργή δημοκρατία στηρίζεται στο αξίωμα ότι όχι μόνο υπάρχουν ισότιμα
ίσοι, αλλά και ότι οι άνισοι πρέπει να μεταχειρίζονται άνισα.[58]
Έτσι η δημοκρατία
προϋποθέτει κατ' αρχάς ομοιογένεια και κατόπιν εξάλειψη της
ετερογένειας. Η δημοκρατία επιδεικνύει την πολιτική της δύναμη γνωρίζοντας πως
θα αρνηθεί ή θα κρατήσει απομονωμένο
κάθε τι ξένο και άνισο που απειλεί την ομοιογένεια.
Η έννοια της ισότητας δεν προσδιορίζεται με βάση κάποια αφηρημένα,
αριθμητικά στοιχεία. Πρόκειται για την ουσία της ισότητας. Ανιχνεύεται σε
ορισμένες φυσικές και ηθικές αξίες, π.χ. στην ηθική της πόλης, την Αρετή (η κλασσική μακιαβελική δημοκρατία
της vertu). Μέχρι σήμερα δεν υπήρξε πουθενά δημοκρατία που να μην
αναγνώριζε την έννοια του "ξένου" και η οποία να μπόρεσε να
πραγματώσει τη ισότητα όλων των ανθρώπων.[59]
Η θέση αυτή
του Carl Schmitt βασίζεται στη δική του ερμηνεία της Ρουσσωϊκής αντίληψης για
το κράτος και, κυρίως, της έννοιας της volonte΄ generale.[60] Η τελευταία δεν σημαίνει, κατά το Σμιττ,
τίποτε άλλο παρά ομοιογένεια.[61] Στην
αντίληψη αυτή ο φιλελευθερισμός αντιπαραθέτει την ισότητα όλων ως προσώπων.[62] Η
σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι ο συνδυασμός της ατομικιστικής - ουμανιστικής ηθικής και της έννοιας της οικουμενικότητας.[63] Στη
λογική του Σμιττ κυριαρχεί το σχήμα:
Φιλελεύθερος Ατομικισμός Δημοκρατική
Ιδέα
Προσωπική ισότητα Πολιτική Ισότητα - "Δήμος" / Ξένοι
Και μέσα από τη διάκριση Δήμου - ξένων προσδιορίζονται
και τα "ίσα" δικαιώματα. Η
βασική έννοια είναι ο "λαός", όχι η ανθρωπότητα. Δεν μπορεί να
υπάρξει δημοκρατία του ανθρώπινου είδους. Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνο
για ένα λαό.[64] Για το λόγο αυτό μια
Δικτατορία δεν είναι απαραίτητα αντιδημοκρατική, ειδικότερα από τη στιγμή
που ενισχύει την ομοιογένεια του λαού.[65] Και αυτό διότι στη κρίσιμη κατάσταση κανένας συνταγματικός θεσμός, κανένα
κοινοβούλιο δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη βούληση του λαού.[66] Έτσι, καταλήγει ο
Σμιττ, το Ορθόν στη δημοκρατία είναι η αναπαράσταση της προ-κανονιστικής
υπαρξιακής ποιότητας του λαού. Αυτό που
προσδίδει το νόημα του
"πολιτικού" στη δημοκρατία, δηλαδή, η βούληση του λαού να
διατηρήσει τη ξεχωριστή του περιουσία
και τη μοναδικότητα και να επιβάλλει τη βούλησή του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική και
πολιτική διάσταση της κοινωνίας.[67] Είναι
η "εξαίρεση" από τη δημοκρατία των μη-ομογενών. Η ουσιώδης
διαφορά που προσδιορίζει τη ρήξη των εννοιών του Λαού και του Πολίτη, είναι,
τελικά, η διαφορετική ανάγνωση του Ρουσσώ. Η Δημοκρατία ανάγεται στον κανόνα της βούλησης του λαού, ο οποίος
δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ατομικές και ιδιωτικές βουλήσεις, μέσα από
τις διαδικασίες των εκλογών.[68] Μόνο
μέσα από την αυθεντική, αδιαμεσολάβητη εκδήλωση της έκφρασης της βούλησης του
λαού μπορεί να επιτευχθεί αυτό, κυρίως, σε μορφές άμεσης δημοκρατίας, στη βουλή
μικρών κοινοτήτων.
Έτσι,
έχοντας δομήσει, σιγά - σιγά, τη θεωρητική του κατασκευή, ο Carl Schmitt
εισάγει τη τελική διατύπωση του δίπολου Φίλος - Εχθρός. Αυτό είναι η
ειδικά πολιτική διάκριση στην οποία μπορούν να αναχθούν οι πολιτικές πράξεις
και τα πολιτικά κίνητρα. Εχθρός είναι ο Ξένος. Η ακραία περίπτωση της σύγκρουσης καθορίζεται
άμεσα από αυτούς που συμμετέχουν σε αυτή. Εμείς - Αυτοί !
Ο πόλεμος
είναι η υπέρτατη μορφή εμφάνισης αυτής της πολιτικής ενότητας. Ο Εχθρός,
υπαρξιακά, προσδιορίζεται όχι ως ανταγωνιστής ή αντίπαλος (πολύ περισσότερο
ιδιωτικός αντίπαλος). Δεν είναι inimicus, είναι hostis.
Είναι ο δημόσιος εχθρός. Είναι η σύρραξη μιας μαχόμενης ολότητας απέναντι σε
μία άλλη ολότητα.[69] Ο
πόλεμος είναι αυτός που προσδιορίζει τις έννοιες του όπλου και της σύγκρουσης.
Έννοιες που επικεντρώνονται στη φυσική εξόντωση του "εχθρού" και της
αμφισβήτησής του ως υπαρξιακής πρωτογένειας. Ο πόλεμος είναι η ακραία περίπτωση
εχθρότητας, δίνει νόημα στη διάκριση φίλου - εχθρού, αλλά δεν είναι καθημερινό
φαινόμενο, ούτε όλες οι αντιπαλότητες καταλήγουν στον πόλεμο. Είναι η
"κρίσιμη κατάσταση" κατά την οποία πρέπει να παρθεί η
"απόφαση" για το ποιος είναι ο
εχθρός.
Σε όλες τις πολιτικές έννοιες υπάρχει συγκεκριμένη αντιθετικότητα. Από
την άλλη, η έννοια του πολιτικού δεν ταυτίζεται, βέβαια, με τη φιλελεύθερη
έννοια του κομματικο-πολιτικού. Ακόμη και όταν οι ενδοκρατικές κατατάξεις
φτάσουν σε καθοριστικό σημείο, δεν θα
μιλάμε για αντιπαράθεση κομμάτων αλλά για Εμφύλιο πόλεμο.
Το Κράτος
είναι αυτό που θα πάρει την απόφαση για τον πόλεμο και τον προσδιορισμό του
εχθρού. Το Κράτος (όσο και αν στις ημέρες μας ακούγεται σαν κούφια ρητορική) :
-
διαπιστώνει τη δυνατότητα να διεξάγει ένα πόλεμο (στη
σημερινή εποχή, η εξέλιξη της τεχνολογίας σχεδόν αποστερεί από το μεγαλύτερο
αριθμό των κρατών τη δυνατότητα αυτή - οπότε το μόνο που απομένει είναι η
επιλογή και η προσέγγιση του παράγοντα εκείνου που έχει τις περισσότερες
πιθανότητες υπερίσχυσης )
-
αφοσιώνεται σε αυτό που είναι ο απώτερος σκοπός του, δηλαδή η
επίτευξη της ολοκληρωτικής, εσωτερικής ειρήνης[70]
-
καθορίζει τον εσωτερικό εχθρό.
Ο λαός
υπάρχει στη σφαίρα του πολιτικού μόνο όσο μπορεί να καθορίζει μόνος
του τη διάκριση φίλου - εχθρού. Αλήθεια, πόσο, τραγικά, επίκαιρη ακούγεται
σήμερα η άποψη αυτή του Σμιττ και πόσο, σαρκαστικά, απαξιωτική διαφόρων,
σύγχρονων αντιλήψεων περί παγκόσμιας δημοκρατικής έννομης τάξης.
Η
σμιττ-ιανή θεωρία εμπεριέχει πολλούς κινδύνους και επιδέχεται πολλαπλές
ερμηνείες. Η «θεοποίηση» του κράτους (ακόμη και μέσα από τη δημοκρατία) μπορεί
να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την «ιδιαιτερότητα» της συγκεκριμένης
εθνότητας και τη φυσική εξόντωση του «άλλου» ή ως εργαλείο για την ενίσχυση της
κεντρικής εξουσίας απέναντι σε υπερεθνικούς οργανισμούς, προστατεύοντας το
δικαίωμα του κυρίαρχου να παίρνει αποφάσεις. Στη σημερινή πραγματικότητα, ο
Σμιττ φαντάζει ιδιαίτερα ελκυστικός λόγω της αποψίλωσης των κρατικών εξουσιών
και της παραχώρησης της εθνικής-κρατικής κυριαρχίας σε κέντρα που δεν
ελέγχονται από το Κράτος. Η επιστροφή και η περιχαράκωση στην εθνική
ιδιαιτερότητα (γεγονός που αρχίζει να αχνοφέγγει στην εποχή μας) μπορεί να
είναι, για ορισμένους, η απάντηση στη διεθνή κρίση αλλά παραγνωρίζει τον
πλανητικό χαρακτήρα μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Η σμιττ-ιανή αριστερά
οφείλει να λάβει υπόψη της τους κινδύνους που ελλοχεύουν στις παραπάνω
θεωρήσεις.
" Η
Παγκόσμια πλουραλιστική Τάξη των Κρατών "
Κατά τον Hirst, o Σμιττ
αρχίζει εκεί όπου σταματάει ο Hobbes. Αυτός ορίζει την εμφάνιση
του Κράτους από το συμβόλαιο που συνάπτουν οι άνθρωποι να δεχτούν υποταγή σε
ένα ηγεμόνα - κυρίαρχο για να τερματίσουν τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Αν δεν
το επιτύχουν θα επιστρέψουν στη φυσική κατάσταση. Ο Σμιττ μεταφέρει το μοντέλο
αυτό στο διεθνές επίπεδο. Στη φυσική κατάσταση οργανωμένων και ανταγωνιστικών ομάδων δεν μπορεί να υπάρξει
συμφωνία διότι δεν υπάρχει τίποτε να συμφωνηθεί. Η κατάσταση αυτή
χαρακτηρισμένη από την διάκριση φίλου - εχθρού δεν απαιτεί συζήτηση, αλλά απόφαση.[71]
Ο Carl
Schmitt σε διάφορα κείμενά του ασκεί κριτική στους διεθνείς σχηματισμούς της
εποχής του.[72] Χαρακτηρίζει την ΚτΕ[73] ως
όργανο του αγγλικού και αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, ασκεί κριτική στη Συνθήκη
των Βερσαλιών και επεξεργάζεται το βασικό επιχείρημα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού,
το "Δόγμα Μονρόε" (1823, αλλά και την Briand-Kellog Pact[74], 1928). Σύμφωνα με τα
παραπάνω, η αναπόφευκτη κατάληξη και μοναδική δυνατότητα είναι ένας πλουραλισμός που θα στηρίζεται σε
ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτή είναι η περίφημη θεωρία του Grossraum [βλ. παραπάνω] (1939).[75] Στηρίζεται, κυρίως, σε δύο
κείμενα του Carl Schmitt (Grossraum gegen Universalismus [επέκταση vs οικουμενικότητα]
(1939), Raum und Grossraum im Volkerrecht [έκταση και επέκταση στο
αστικό δίκαιο[76]] (1940) ) και αναλύει τη
μετάλλαξη του Κράτους από τη συμβατική του μορφή σε αυτή της αυτοκρατορίας. Η
μετάβαση από την προβληματική του κράτους και της εδαφικής επικράτειας σε αυτή
της αυτοκρατορίας και της "μεγάλης επιφάνειας", δείχνει τη μετάβαση
από τη νομική και πολιτική τάξη της μοντέρνας Ευρώπης σε μία άλλη κατάσταση.
Δεν είναι μια περίπτωση απλής αλλαγής σε εδαφική, γεωπολιτική σκάλα, αλλά
ποιοτικής αλλαγής του πολιτικού. Η θεωρία του
Grossraum[77] αναφέρεται στη συνύπαρξη
μερικών "μεγάλων" δυνάμεων με δικά τους δόγματα Μονρόε και με σφαίρες
"επιρροής" (π.χ. Γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο). Είναι αντίθετη στην
έννοια της Οικουμενικότητας, όπως τη θέτει η φιλελεύθερη δημοκρατική σκέψη.[78] Η
άποψη αυτή ουσιαστικά, επανερμηνεύει την έννοια του φιλελεύθερου - ουμανιστικού
- παγκόσμιου, για να δικαιολογήσει τον επεμβατισμό κάποιων δυνάμεων. Δηλαδή,
παρακάμπτει τον απ' ευθείας πολιτικό
έλεγχο για να ανασύρει στην επιφάνεια
ένα συνδυασμό οικονομικής ηγεμονίας και επεμβατισμού. Η νομιμοποίηση του
συνδυασμού αυτού θα γίνει στο επίπεδο της ηθικής και του ουμανισμού.[79]
Ποιος θα είχε την τόλμη να αμφισβητήσει αυτή την περιγραφή από τον Carl Schmitt
μιας παγκόσμιας κατάστασης όπως θα παρουσιαζόταν πενήντα χρόνια μετά; Ποιος δεν
ανατριχιάζει στη σκέψη τού ότι ο θεωρητικός του Γ΄ Ράϊχ αναλύει με απίστευτη
ικανότητα και προβλεπτικότητα τη διεθνή
πολιτική σκηνή, έτσι ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ή θα επικρατήσει η
λογική του Grossraum ή θα κυριαρχήσει
ο κάλπικος Οικουμενισμός που θα επιβάλλει έναν (απροκάλυπτο πια)
επεμβατισμό στο όνομα των υψηλότερων ανθρώπινων αξιών. Το Κόσσοβο, η Σερβία, το
Ιράκ, η Τσετσενία, η Γεωργία, η Λιβύη, η Συρία, το Μάλι (και πόσα άλλα
αργότερα, άραγε, μέρη του πλανήτη μας) αποκαθιστούν την αξιοθαύμαστη αναλυτική
ικανότητα του στοχαστή αυτού[80].
Η
ενασχόλησή του με το διεθνές δίκαιο θα μας δώσει και ένα άλλο κείμενο που θα
σχετίζεται με την παγκόσμια κυριαρχία. Στο "Land und Meer"[γη
και θάλασσα] (1942), o Carl Schmitt εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η
Αγγλία κατέληξε να γίνει η μεγαλύτερη και πλουσιότερη αυτοκρατορία, αν και ήταν
αυτή που, ουσιαστικά, εισήγαγε το θεσμό της φιλελεύθερης, κοινοβουλευτικής
δημοκρατίας. Το "ελεύθερο εμπόριο" και ο "ουμανισμός" δεν
είναι τίποτε άλλο παρά η βιτρίνα της απόλυτης κυριαρχίας των Άγγλων και του
"ολοκληρωτικού πολέμου". Η Αγγλία, η οποία δεν είχε ούτε
γραφειοκρατία, ούτε ισχυρές χερσαίες δυνάμεις, κυριάρχησε σε όλο τον κόσμο
διότι πήρε μια ουσιαστική "απόφαση". Εγκατέλειψε την ξηρά και
στράφηκε στη θάλασσα, αντίθετα με τη Γερμανία που παρέμεινε εγκλωβισμένη στις
ατελείωτες θρησκευτικές διαμάχες των Καθολικών με τους Προτεστάντες.[81] Η
Γερμανία είναι ο Hamlet των κρατών.[82] Στο
κείμενό αυτό ο Carl Schmitt εισάγει τις μεγάλες
διεθνείς αντιθέσεις όπως μεταλλάσσονται κατά την εποχή που συγγράφει το
κείμενο: 1) Ενοποίηση vs Πολλαπλότητα και 2) Μονοπολικότητα vs
Πολυπολικότητα. Αυτές θα είναι και κάποια από τα σημεία επαφής του Carl Schmitt
με το ρεύμα της μετα-νεωτερικότητας.[83]
Για τον
Carl Schmitt το πολιτικό εμφανίζεται, κατ' εξοχήν, στο διεθνή τομέα. Ακόμη και αν δεχθούμε την πιθανότητα δημιουργίας ενός Παγκόσμιου Κράτους, ενός σχηματισμού που θα
χάσει πλέον τον πολιτικό του χαρακτήρα (δεδομένης της ανυπαρξίας του Ξένου - Εχθρού), θα ανακύψουν τρομακτικά ερωτήματα
: Ποιος θα είναι αυτός που θα παίρνει τις αποφάσεις; Σε ποιόν θα ανήκει αυτή η
φοβερή εξουσία; Πως θα προσδιορισθεί η νέα έννοια της ελευθερίας; Ελεύθεροι από
τι; Για ποιόν σκοπό; Οι απαντήσεις, για τον Σμιττ, δεν θα είναι τίποτε άλλο
παρά ομολογίες πίστης.[84]
Πουθενά αλλού δεν προβλέφθηκε με μεγαλύτερη ακρίβεια το μέλλον της ανθρωπότητας
όσο σ’ αυτό το κείμενο του Κ. Σμιττ. Οι μεγαλόσχημες διακηρύξεις περί «ενώσεων
των κρατών», «περί παγκόσμιας ειρήνης», «περί τέλους της ιστορίας», «περί
συνεργασίας, ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης» αποκαλύφτηκε μέσα σε
ελάχιστο χρονικό διάστημα ότι δεν αποτελούσαν παρά το πέπλο που κάλυπτε την πιο
σκληρή μορφή εκμετάλλευσης από τα «κυρίαρχα» κράτη όλων όσων βρισκόντουσαν μέσα
στο χώρο κυριαρχίας τους. Ο Σμιττ, απροκάλυπτα ολοκληρωτικός, δεν διστάζει να
πει τα πράγματα με τα’ όνομά τους. Γνωρίζοντας πολύ καλά το δικό του στρατόπεδο
και τον τρόπο λειτουργίας του μέσω των εξουσιαστικών μηχανισμών, αποκαλύπτει το
μέλλον εξήντα χρόνια πριν την άφιξή του!
Ο Σμιττ, μ’
αυτόν τον τρόπο, έρχεται να ανατρέψει το αισιόδοξο καντιανό επιχείρημα για μια
συνομοσπονδία κρατών που θα λειτουργεί μέσα από τους άξονες της κατηγορικής
προσταγής σε επίπεδο κρατών με στόχο την «αιώνια ειρήνη» και με απαραίτητες
προϋποθέσεις τον ρεπουμπλικανισμό και τη συνταγματικότητα. Η ρεαλιστική
ανατροπή της καντιανής ουτοπίας αποκαλύπτει τη βαθειά διάσταση της σμιττιανής
σκέψης από τα προτάγματα του διαφωτισμού. Σε κανένα άλλο σημείο της σκέψης του
δεν αποκαλύπτεται τόσο καλά η βαθύτατη αντίρρησή του προς τις αρχές της
οικουμενικότητας και του φιλελευθερισμού, όσο στη θεώρηση που κάνει από τη
σκοπιά του διεθνούς δικαίου.[85]
Παρά την
προσπάθεια του φιλελευθερισμού να
μεταφερθεί η συζήτηση στο επίπεδο της Ηθικής και της Οικονομίας, το
"πολιτικό" παραμένει η μοίρα. Η οικονομία μεταβάλλεται σε πολιτικό,
σε μοίρα. Οι οικονομικές αντιθέσεις μετατρέπονται σε πολιτικές.[86] Η
νέα μορφή βίας είναι η οικονομική !
Το θεωρητικό
οικοδόμημα του Carl Schmitt αντιστέκεται ακόμη και μπορεί να αντιπαρέλθει
ισχυρότατες πιέσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη χρησιμοποίηση της θεωρίας του
Carl Schmitt από τον Gary Ulmen προκειμένου να
υπερφαλαγγίσει δυο σημαντικές πολιτικές αναλύσεις της εποχής μας. Ο F. Fukuyama
και ο S. Huntington[87] ουσιαστικά μας προσφέρουν δύο διαφορετικές
προσεγγίσεις της πραγματικότητας, που ενώ φαίνονται αντιτιθέμενες στην ουσία επαναπροσαρμόζουν το φιλελεύθερο επιχείρημα. Και οι δύο (μέσα
από το θεωρητικό σχήμα του αφέντη-δούλου και της θεωρίας του ιμπεριαλισμού, ο
πρώτος και το σχήμα των πολιτισμικών ταυτοτήτων, ο δεύτερος) δεν κάνουν τίποτε
άλλο από το να ρετουσάρουν την παλιά,
καλή θεωρία που ένωσε τη Δύση απέναντι στον κομμουνισμό. Όμως, κατά τον Ulmen
δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να εισάγουν, από την πίσω πόρτα, τη θεωρητική κατασκευή του Carl Schmitt για
την αντίθεση Φίλου- Εχθρού.[88]
H αντίθεση
του Carl Schmitt στη τυραννία του θετικιστικού νόμου και στην παγκόσμια δομή
ενός κοσμοπολίτικου νομικού συστήματος τον εντάσσουν στην ομάδα των στοχαστών
που μάχονται το σύγχρονο "πνεύμα της Βαστίλης", τον μονολιθικό, κοσμοπολίτικο Νόμο. Έτσι, ο Σμιττ ο
εθνικιστής είναι ταυτόχρονα και ο Σμιττ ο
πολύ-πολιτισμικός διεθνιστής που τροφοδοτεί τους αμφισβητίες του
Δυτικού μοντέλου με ένα σύγχρονο,
μαχητικό θεωρητικό πλαίσιο. Είναι εντυπωσιακή η αντιπαράθεση, από τον William Rasch, της λογικής του Habermas,[89] που έχει στρατευθεί στον αγώνα για την θεωρητική επικράτηση του μοντέλου της
παγκόσμιας δημοκρατίας και του
οικουμενικού Νόμου (μέσα από τη λογική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) και της
θεωρίας του Schmitt για τη μεταφορά του πολιτικού σε άλλους τομείς και
την επιστροφή του "πολιτικού",
που δεν μπορεί να εξαλειφθεί ούτε στην (θεωρητικά δυνατή) κατασκευή ενός
παγκόσμιου κράτους.[90]
" Ο Carl Schmitt, η Νέα Αριστερά και οι σύγχρονοι προβληματισμοί "
Η
θεωρητική κατασκευή του Carl Schmitt αποτελεί το επίκεντρο μιας πολύ μεγάλης
συζήτησης που έχει ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό. Το ερμηνευτικό του σχήμα είναι
κατάλληλο για να προσεγγίσουμε νεότερους προβληματισμούς στη σύγχρονη πολιτική
σκέψη, όπως το ζήτημα των ταυτοτήτων[91], η
πολύ-πολιτισμική διάσταση του σύγχρονου κόσμου, η θεωρία του Κράτους και η
παγκοσμιοποίηση και άλλα. Διάφοροι τέτοιοι προβληματισμοί παρουσιάζονται
παρακάτω.
O Zizek, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τον Σμιττ, δημιουργεί μια
κατασκευή με βάση την οποία προσπαθεί να εξηγήσει την προσπάθεια που
χαρακτηρίζει την ιστορία της πολιτικής σκέψης να αποκρύψει τον πολιτικό
ανταγωνισμό.[92] Σύμφωνα με αυτήν, θεμελιώνεται το ακόλουθο σχήμα:
Arche - Politics : "Κοινοτιστική" προσπάθεια δημιουργίας ομογενούς χώρου.
Para - Politics: Από-πολιτικοποίηση της πολιτικής. Οι ανταγωνισμοί μεταφέρονται σε άλλους χώρους (Habermas
/ Rawls).
Meta - Politics: Οι ανταγωνισμοί στο οικονομικό επίπεδο (Μαρξ).
Ultra - Politics: H απο-πολιτικοποίηση φέρνει τη σύγκρουση στα όρια.
Στρατιωτικοποίηση της πολιτικής. Ψευδής "ριζοσπαστικοποίηση" με τη
μετάλλαξη του πολιτικού σε πόλεμο μεταξύ "Εμείς" και
"Αυτοί". Πρωτεία της εξωτερικής πολιτικής (Carl Schmitt).
Παράλληλα εισάγει, αυτόνομα από τα παραπάνω, την έννοια των Post - Politics. Eίναι η
μετα-νεωτερική αντίληψη για το πολιτικό που πρέπει να αποκλειστεί (εισάγει νέες
μορφές ρατσισμού).
Arche – politics
|
|
Politics
politics
Ultra – politics
O Zizek είναι ένας από τους
στοχαστές που επιχειρούν μια μετα-νεωτερική ανάγνωση του Carl Schmitt. Στην
αντιπαράθεση Παγκοσμιοποίησης- Οικουμενικότητας, απαντά ότι είναι οι δύο όψεις
του Ιανού στο μετα-μοντέρνο πολιτικό σκηνικό. Η μία είναι η αντικατάσταση του
"πολιτικού" από τον απολιτικοποιημένο "ουμανισμό" και η
άλλη η απόρριψη του pure evil (καθαρά διαβολικό), δηλαδή
του εθνικισμού και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Ο Σμιτ θα μπορούσε να
δώσει πραγματικά ριζοσπαστική προοπτική στη σκέψη του (όπως του αναγνωρίζει ο William Rasch)[93] αλλά είναι δέσμιος της συντηρητικότητάς του, η οποία αποκαλύπτεται από την απάρνηση, ουσιαστικά,
του πολιτικού ανταγωνισμού στον προσδιορισμό του πολιτικού. Το καθαρά πολιτικό,
κατά τον Ζizek, είναι η αντίθεση φίλου - εχθρού αλλά στην κοινωνική
κατάσταση και αυτό εξορίζεται από τον Carl Schmitt στις εξωτερικές σχέσεις, στο
"Εμείς" και οι "Άλλοι". Είναι μια προσπάθεια χρησιμοποίησης
των θεωρητικών εργαλείων του Carl Schmitt, χωρίς να παίξουμε "στο γήπεδό
του".
Η
μετα-μοντέρνα ανάγνωση του Carl Schmitt, συνεχίζεται και με τον Jean-Francois Kervegan, κυρίως μέσα από τη θεωρία
του Σμιττ για το Grossraum και τις απόψεις που εκφράζει στο "Land und Meer". Η εμμονή στο δυαδικό
σχήμα της μονο-πολικότητας και της πολυ-πολικότητας που, κατά τον Σμιττ, δεν
υπάρχει περίπτωση να εξαφανιστεί, τον φέρνουν πολύ κοντά στη πολυ-πολιτισμική
θεώρηση του σύγχρονου κόσμου, όπως εκφράζεται μέσα από το μετα-μοντέρνο. Είναι η
λογική που επιμένει στη χρησιμοποίηση του Έθνους-κράτους[94]
ως εργαλείου για τον προσδιορισμό της έννοιας του "πολίτη", σε αντίθεση
με τη προσπάθεια αναγνώρισης μίας συγκροτούμενης trans-national (υπερ-εθνικής) ταυτότητας, όπως την οραματίζεται
ο Held.[95]
Κατά την
άποψη της Mouffe, η θέση του Carl Schmitt ότι
"α) οι σύγχρονες δημοκρατίες δομούνται πάνω στη
διάκριση 'εμείς' και οι άλλοι, οι 'ξένοι', και β) ότι, και αν ακόμη υποθέσουμε
ότι ένα κράτος είναι ικανό επιτύχει την παγκόσμια ισότητα των ανθρώπων σε
πολιτικό επίπεδο αυτό θα οδηγήσει σε απόλυτη απαξίωση του πολιτικού (και της
πολιτικής ισότητας) αλλά δεν θα σημαίνει ότι θα εξαφανιστούν οι ουσιώδεις
ανισότητες. Αυτές θα μεταφερθούν σε άλλη σφαίρα, ξεκομμένες από την πολιτική
και συγκεντρωμένες στο οικονομικό επίπεδο"[96]
αποτελεί τη σημαντικότερη προειδοποίηση για αυτούς
που πιστεύουν ότι η παγκοσμιοποίηση
βάζει τις βάσεις για ένα παγκόσμιο εκδημοκρατισμό και την εγκαθίδρυση
μιας παγκόσμιας ιδιότητας του πολίτη.[97]
Διότι το οποιοδήποτε, εμφανιζόμενο, consensus πάντα ήταν και θα είναι
έκφραση ηγεμονίας και αποκρυστάλλωση σχέσεων εξουσίας. Τα όρια που
αποκαλύπτουν τι είναι και τι δεν είναι νόμιμο είναι πολιτικά.
Κατά την Mouffe ο
Carl Schmitt θα μπορούσε να πλησιάσει τις απόψεις του Habermas
και του Rawls, που θεωρούν ως επιδίωξη του Κράτους τον περιορισμό /
ρύθμιση του πλουραλισμού των ομάδων -
συμφερόντων από τη δημόσια σφαίρα έτσι
ώστε να φτάσουμε στο επιθυμητό consensus. Όμως, ο Σμιττ είναι
απόλυτος. Δεν υπάρχει θέση για πλουραλισμό στη δημοκρατία. Ο φιλελεύθερος
πλουραλισμός και η Δημοκρατία χωρίζονται από ένα αγεφύρωτο χάσμα. Το Κράτος δεν
είναι μία ακόμη ομάδα συμφερόντων (ανάμεσα σε άλλες ). Αν αρνηθούμε αυτό,
αρνούμαστε το "Πολιτικό". Ο μοναδικός πλουραλισμός είναι αυτός των
κρατών.[98] Το παράδοξο της
φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι ότι, τελικά, θεσμοθετούνται διακρίσεις και όρια
στη λαϊκή κυριαρχία και αυτά στο όνομα της ελευθερίας. Ουσιαστικά, δηλαδή,
υπολανθάνει η διάκριση του Σμιττ σε "Εμείς" και "Αυτοί".[99]
Επίσης, παράδοξο είναι ότι στο όνομα της δημοκρατίας εμμένουμε στην άρνηση
κατασκευής "συλλογικών ταυτοτήτων". Αρνούμαστε να συγκροτήσουμε το
"πολιτικό", ως πολλαπλότητα αντιμαχομένων ομάδων συμφερόντων ή
μειονοτήτων. Παραμένουμε τυφλοί στο ζήτημα των σχέσεων ισχύος και εξουσίας. Η
άρνηση αυτού του χαρακτήρα του
ανταγωνισμού και η επιμονή μας σε μια σκοποθεσία μιας παγκόσμιας ορθολογιστικής
συναίνεσης[100], αποτελεί, κατά την Mouffe,
την πραγματική απειλή για τη σύγχρονη δημοκρατία.[101]
Ο Σμιττ,
κατά την άποψή της, ναι μεν κάνει λάθος απορρίπτοντας κάθε μορφή του
πλουραλισμού, αλλά από την άλλη συνεισφέρει τα μέγιστα στη συζήτηση για τον
προσδιορισμό της έννοιας του "λαού" και, κυρίως, της ανάδειξης των
ελαττωμάτων του πλουραλισμού που προσβάλλουν την ιδιαιτερότητα της πολιτικής
σκέψης. Βέβαια στη σκέψη του, κατά την Mouffe, εμφανίζεται ένα ψευδές
δίλημμα. Ή υπάρχει ομοιογένεια στον Δήμο και εξοβελίζεται κάθε πρόβλημα, ή,
κάποιες διακρίσεις χαρακτηρίζονται ως νόμιμες και έτσι οδηγούμαστε σ' αυτή τη
μορφή του πλουραλισμού που αρνείται την πολιτική ενότητα και την ύπαρξη του
λαού.[102] Παρακάμπτοντας το
δίλημμα αυτό, βλέπουμε ότι αυτό που αντιμετωπίζει ο Carl Schmitt, είναι ο
"πρωτόγονος" φόβος της καταστροφής της πολιτικής ενότητας (δεν είναι,
άλλωστε, ο μοναδικός)[103].
Ο Preuss, τοποθετεί στην ίδια σχεδόν
βάση τη συνεισφορά του Carl Schmitt. Το
έργο του, λέει, μας δείχνει την ουσιαστικότατη μετατόπιση από το Κοινωνικό Ερώτημα
στο Δημοκρατικό Ερώτημα. Το πρώτο εγκαταλείπεται σήμερα και μεταβαίνουμε,
σχεδόν αποκλειστικά, στο δεύτερο. Οι κοινωνικο-οικονομικές συγκρούσεις φαίνεται
να μην απειλούν τη σφαίρα των πολιτικών θεσμών. Ένας ορθολογικός θεσμικός
μηχανισμός μπορεί να οδηγήσει στην ορθολογικοποίηση και τον εκπολιτισμό των
κοινωνικο-οικονομικών συγκρούσεων.[104] Στη
λογική αυτή θα μπορούσαμε, ίσως, να μιλήσουμε για πλήρη διάσταση οικονομικού -
πολιτικού και όχι απλώς μετατόπιση του δεύτερου στο πρώτο που, άλλωστε, κατά τη
μαρξιστική ανάλυση θεωρείται δεδομένη. Η διάσταση αυτή θεωρείται ως αυτονόμηση
του εποικοδομήματος από τη βάση, με τη λογική ότι ο παγκόσμιος - θριαμβεύων -
πλέον καπιταλισμός είναι σε θέση να διατυπώσει τους κανόνες του παιχνιδιού έτσι
ώστε να μην εξαρτάται, σε διατοπικό επίπεδο, από τις επί μέρους πολιτειακές
μορφές συγκρότησης των διαφόρων
κοινοτήτων (εθνών-κρατών)[105]. Η
παγκόσμια κεφαλαιοκρατική οικονομία μπορεί να λειτουργήσει - και δείχνει
ελκυστική - απέναντι σε εθνικιστικά, θεοκρατικά, πρώην και νυν κομμουνιστικά,
ιδιόμορφα δημοκρατικά και ολοκληρωτικά μοντέλα.
Η
προβληματική του Carl Schmitt δείχνει τα όρια του φιλελευθερισμού αλλά και τη συνεισφορά του στο ζήτημα των
ατομικών δικαιωμάτων. Στον τομέα αυτόν έχουμε τη δεύτερη μεγάλη προσέγγιση της σκέψης
του Carl Schmitt από το μετα-μοντέρνο.[106]
Ο φιλελευθερισμός δεν μπορεί να κριθεί
μόνο από τα οικονομικά του αποτελέσματα. Δεν απαντά σε βασικά ερωτήματα για την
προσωπική ελευθερία και την ατομική και συλλογική ασφάλεια. Αγνοεί τη
ριζοσπαστική κριτική. Μέσα από τη λογική αυτή, το έργο του Σμιττ μπορεί να
βοηθήσει στον επαναπροσδιορισμό της κυριαρχίας σε σχέση με την πολιτική
δυναμική της κοινωνίας. Για την Αριστερά θα ήταν λάθος να επικεντρωθεί στην
κριτική του Σμιττ στον φιλελευθερισμό. Παρά τη σχέση του με κάποιες μαρξιστικές
υποθέσεις και τον θαυμασμό του στον Μαρξ,[107] ο
Σμιττ παραμένει ένας συντηρητικός στοχαστής. Ο πλούτος όμως των επιχειρημάτων
του και η τραγική επικαιρότητά τους θα βοηθήσει πολύ στο να κατανοήσουμε ότι η
αποδοχή της αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας του νέο-φιλελευθερισμού εγκυμονεί
κινδύνους για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Όπως εγκυμονεί κινδύνους για το
μέλλον της δημοκρατίας η αναγνώριση της κατάρρευσης των συνόρων δεξιάς -
αριστεράς. Από την άλλη, η αναγνώριση μόνο "συλλογικών ταυτοτήτων"
που εδραιώνονται στη λογική του σχήματος Φίλος - Εχθρός, μπορεί να οδηγήσει σε
νέες ανταγωνιστικές σχέσεις. Ίσως να φαίνεται, πλέον, σωστή η πρόταση της Mouffe
ότι πρέπει να περάσουμε από τον ανταγωνιστικό πλουραλισμό στη μορφή του
"αγωνιστικού".[108]
Συμπέρασμα.
Καταλήγοντας, ίσως θα έπρεπε να σταθούμε στη θέση του Milan Znoj, ότι σήμερα υπάρχουν τρεις, κυρίως, τρόποι να
προσεγγίσουμε την έννοια της δημοκρατίας (μέσα από την πλουραλιστική της μορφή).
Η θεωρία του Carl Schmitt, η μαρξιστική
θεωρία και η θέση της Hannah Arendt. Γι’ αυτόν, ότι και να επιλέξουμε δεν πρέπει να
παραγνωρίσουμε ότι η πολιτική των κομμάτων μπορεί να έχει καταστρεπτικά
αποτελέσματα, αλλά, τουλάχιστον, προάγει την πολιτική έκφραση της ανθρώπινης
πολυφωνίας. Ίσως, ισχυρίζεται, μια κούφια πολιτική είναι, τελικά, καλύτερη από
μια ομογενοποιημένη ζωή.[109]
Πολλοί θα σπεύσουν να συμβιβαστούν με την άποψή του και να αποδεχτούν το
μικρότερο κακό. Ο πολιτικός κομφορμισμός και η τυφλή υπακοή στη δημοκρατία των
κομμάτων εμπεριέχει, όμως, την αντιστροφή της πολιτικής θεώρησης του Σμιττ. Ο
Δήμος ορίζεται πλέον ως σύνολο κομμάτων και όχι ατόμων, τα νέα υποκείμενα είναι
συλλογικά και συγκλίνουν στη «νέα» γενική βούληση. Κυρίαρχος δεν είναι ο λαός
αλλά το κόμμα. Εάν, επίσης, λάβουμε υπόψη μας την κριτική του Μίχελς[110] και
του Βέμπερ για την κομματική συγκρότηση ιδιαίτερων ελίτ και τον σιδηρού νόμο
της ολιγαρχίας, όπως διαμορφώνεται μέσα σε κάθε κομματική συσσωμάτωση, τότε δεν
θα μπορούσαμε να εφησυχάσουμε στο πλάνο δίλημμα αποδοχής μιας (δήθεν) δημοκρατίας
από ένα ολοκληρωτικό-ομογενοποιητικό κράτος. Η μαρξιστική-αντιεξουσιαστική
θεώρηση της πλήρους εξαφάνισης των τάξεων και της εκμετάλλευσης, μαζί με την
απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση της εξαφάνισης των κομμάτων, προβάλλει,
ίσως, ως η μόνη λύση για μια κοινωνία όπου ο πολίτης θα ανακαλύψει την ιδιότητά
του ως άνθρωπος και θα αντιστρέψει την επιχειρηματολογία των εραστών της
άκρατης εξουσίασης και της εξαφάνισης του διαφορετικού.
Βιβλιογραφία.
Carl Schmitt, Political
Romanticism , MIT Press, Μασαχουσέτη,
1986
- "
- , Theologie
Politique , Gallimard, Παρίσι, 1988
- " -
, The Crisis of Parliamentary
Democracy, MIT Press, Μασαχουσέτη,
2000.
- "
- , Ethic
of State and Pluralistic State , στο Chantal Mouffe,
The Challenge of Carl Schmitt , Verso, Λονδίνο, 1999.
-
" - , H Έννοια του 'πολιτικού' , Κριτική,
Αθήνα, 1988.
-
" - ,
Η θεωρία του Αντάρτη ,
Πλέθρον, Αθήνα, 1990.
- " - , "On
Grossraum, the Hitler Regime and Collaboration ", στο Telos, No. 72, Νέα Υόρκη, 1987.
- "
- , " The Legal World revolution ", Telos, No. 72, Ν. Υ., 1987.
C. Schmitt, Le nomos de la Terre,
PUF: Παρίσι, 2001.
G. Ananiadis, "Schmitt and
Andler ", στο Chantal Mouffe, The Challenge of Carl Schmitt ,
Verso, Λονδίνο, 1999.
Robert Barsky, "Noam Chomsky and the Law", στο www. arts. uwo. ca / Chomsky /mit / law.html.
Horst Bredekamp, "From Benjamin to Schmitt", Critical Inquiry, V.25, N. 2, Σικάγο, 1999.
Catherine Colliot-Thelene, "Schmitt vs Weber" στο Chantal Mouffe The Challenge of Carl Schmitt , Verso, Λονδίνο, 1999.
Ralf Dahrendorf, "Essays in
the theory of society ", Stanford U.P., Στάνφορντ, 1968.
J. E. Dotti, "From Karl to Carl. Schmitt as a reader of Marx."
στο Chantal Mouffe, The Challenge of Carl Schmitt, Verso, Λονδίνο, 1999.
J. E. Dotti , "Schmitt reads Marx.", Cardoso Law Review, v. 21, Ν.Υ.
David Dyzenhaus, "Putting the State back in credit" στο Chantal Mouffe,
The Challenge
of Carl Schmitt, Verso, Λονδίνο, 1999.
Benedetto Fontana, "Notes on Carl Schmitt and Marxism", Cardoso Law Review,
v. 21, Ν.Υ.
Carlo Galli, "C. Schmitt’s
antiliberalism" , Cardoso Law Review
v. 21, Ν.Υ.
Paul Gottfried, "Carl Schmitt : Politics and Theory",
Greenwood Press, Κονέκτικατ, 1990.
- "
- , " Carl Schmitt and Democracy ", στο www. stormloader.com / thescorpion / 18schmitt.
Oren Gross, "The normless exceptionless exception", Cardoso Law Review, V.
21, Ν.Υ.
Paul Hirst, "Schmitt’s
decisionism " , Telos, No.
72, 1987, Ν.Υ.
Ellen Kennedy, "Schmitt and the Francfurt School", Telos, No 73, 1987, Ν.Υ.
Jean - Francois Kervegan, "Schmitt and world unity"" στο Chantal Mouffe, The Challenge of Carl
Schmitt , Verso, Λονδίνο, 1999.
Nikolai von Kreitor, "Carl Schmitt, Grossraum and Russian
Monroe Doctrine ", στο www. mtholyoke.edu
/ courses / sfjones / russian-forum.
Herbert Marcuse, "Αρνήσεις",
Η πάλη ενάντια στον φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη
για το Κράτος, Ύψιλον, Αθήνα,1985.
Chantal Mouffe, The
Democratic Paradox, Verso, Λονδίνο, 1999.
Chantal Mouffe, "C.Schmitt and the paradox of liberal
democracy" στο Chantal
Mouffe,
The Challenge of Carl Schmitt. Verso, Λονδίνο, 1999.
David Pan, "Political
Aesthetics :C. Schmitt on Hamlet", Telos,
n.72, Ν.Υ., 1987.
Πλάτων, Πολιτεία , Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1977.
Ulrich Preuss, "Political order and democracy: Carl Schmitt and
his
Influence." στο Chantal
Mouffe,
The Challenge of Carl Schmitt , Verso,Λονδίνο, 1999.
William Rasch, "A just war? Or just a war? Schmitt, Habermas and
the
cosmopolitan orthodoxy ", Cardoso
Law Review, v.21, Ν.Υ.
Gary Ulmen, “Toward a new world: Introduction to Carl Schmitt's "The Land Appropriation of a new world"”,
Telos, τ. 109, Ν.Υ., 1996.
Nadia Urbinati, "Schmitt's critic of liberalism", Cardoso Law Review, v. 21, Ν.Υ.
Δημήτρης Χαραλάμπης, Δημοκρατία και Παγκοσμιοποίηση, Ι.Σ. Καράγιωργα, Αθήνα, 1998.
Stephen Holmes, The Anatomy of the Antiliberalism, Harvard U. P., Χάρβαρντ, 1996.
Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Κανόνες και Αντινομίες στην Πολιτική,
Πόλις, Αθήνα,
1999.
Slavoj Zizeκ, "Schmitt in the age of
post-politics" στο Chantal
Mouffe,
The Challenge of Carl Schmitt , Verso, Λονδίνο, 1999.
Milan Znoj, "Weak and Partisan", The New Presence, Πράγα, Μάρτιος 1999.
R. Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού, Πόλις: Αθήνα,
2007.
Χορκχάιμερ – Αντόρνο, Η διαλεκτική του Διαφωτισμού, Ύψιλον: Αθήνα,
1986.
B.Bettelheim, The Uses of
Enchantment, Penguin: Λονδίνο, 1976.
M. Jay, Dialectical Imagination,
University of California Press: Καλιφόρνια, 1996.
Χ. Μαρκούζε, Αρνήσεις - Η πάλη ενάντια στον
φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη για το κράτος, Ύψιλον: Αθήνα,
1982
J. Habermas, Ο Μεταεθνικός αστερισμός, Πόλις: Αθήνα,
2007.
-----------------------------------------------------
[3] "Στη θέση του Λόγου η
Ελευθερία, στη θέση της Ελευθερίας η Νεωτερικότητα". Carl Schmitt, ο.π. σελ 182.
[7] Oren Gross, "The normless and
exceptionless exception: Carl Schmitt's theory of emergency powers and the
'norm-exception' dichotomy", Cardoso
Law Review, Νέα Υόρκη, τ.21, σ. 1868.
[8] Chantal Mouffe, The Challenge of Carl Schmitt, Verso: Λονδίνο 1999, σ.1-3. Βέβαια υπάρχει και ο αντίλογος στη σκέψη της Mouffe. Κατά τον Robert Barsky,"Noam Chomsky and the Law", (στο: www.arts.uwo.ca/chomsky/mit/law.html)
δεν είναι τυχαία η ανακίνηση θεωρητικών ζητημάτων - ειδικότερα σε σχέση με την
έννοια του νόμου - που άπτονται της σκέψης του Σμίττ. Σύμφωνα με τα
επιχειρήματα της άλλης πλευράς, αποτελεί απειλή η επιστροφή στους λαβύρινθους
της σκέψης του Carl Schmitt. Βλ. επίσης, R. Wolin,
Η γοητεία του ανορθολογισμού, Πόλις:
Αθήνα, 2007.
[9] William Rasch, "A just War? Or
just a War? Schmitt, Habermas and the Cosmopolitan Orthodoxy", Cardoso Law Review, τ. 21, σ.1680-1683. Στο παραπάνω κείμενο
εμφανίζεται μια διαφορετική ανάγνωση του Carl Schmitt που τον κατατάσσει στους
κριτικούς του Διαφωτισμού και στην ίδια όχθη με τους θεωρητικούς της σχολής της
Φραγκφούρτης.
[10] Stephen Holmes, The Anatomy of Antiliberalism, Harvard
U.P.: Χάρβαρντ, 1993, σ. 24. Επίσης, για την κριτική του Διαφωτισμού, ως "βαρβαρότητα του Αντι-διαφωτισμού",
στο Δ. Χαραλάμπης, Δημοκρατία και
Παγκοσμιοποίηση, κυρίως, σελ. 111( για τον Carl Schmitt ), Ι.Σ.Καράγιωργα:
Αθήνα 1998.
[11] Stephen Holmes, o.π., σελ. 25. Το Κράτος είναι επίσης ένας μύθος
(ίσως ο σημαντικότερος) κατά τον Ε. Κασίρερ που ανιχνεύεται σε βάθος χρόνων. Ε.
Κασίρερ, Ο Μύθος του Κράτους, Γνώση:
Αθήνα, 1991. Βλ. J. de Maistre, Κατά της γαλλικής Επαναστάσεως, Καστανιώτης: Αθήνα, 1999.
[18] Είναι
χαρακτηριστική η αντίσταση που προβάλλει ο εθνικιστικός μύθος ακόμη και σήμερα,
σε μία εποχή που χαρακτηρίστηκε από τις οικονομικές ολοκληρώσεις, τον
κοσμοπολιτισμό και την παγκοσμιοποίηση. Ο «μύθος» του κράτους – έθνους φαίνεται
να αναδύεται ξανά στην παγκόσμια σκακιέρα.
[19] Peter Waterman, Globalisation, social movements & the
new Internationalisms, Mansell : Λονδίνο, 1998 σ. 24. O
Waterman, σ’ αυτό το
κείμενο, επεξεργάζεται θέση του Hobsbawm
που αναπτύχθηκε στο «What is the workers'
country?» στο Worlds of Labour, Routledge: Λονδίνο, σ. 49 επ., 1984.
[20] Leo Strauss, Qu' est-ce que la philosophie
politique?, σ.93-94, Leviathan PUF, Παρίσι, 1992, αλλά και στο Stephen Holmes, The anatomy of Antiliberalism, σ. 69, o.π.
[22] Για
μια πρώτη προσέγγιση της σχέσης νομιμότητας - νομιμοποίησης και του νομικού
φορμαλισμού, στον Κ. Ψυχοπαίδη, Κανόνες
και αντινομίες στην πολιτική, Πόλις: Αθήνα 1999 σελ. 500. Ο Dworkin στην Αυτοκρατορία του Νόμου, ουσιαστικά,
επιβεβαιώνει αυτό τον φορμαλισμό που φοβάται ο Σμιτ θέτοντας στο απυρόβλητο
Σύνταγμα και Νόμο και αρκούμενος στην αναλυτική προσέγγιση επιμέρους
περιπτώσεων. R. Dworkin, Η αυτοκρατορία του Νόμου, Ευρασία:
Αθήνα, 2010.
[25] Για
μια διαφορετική προσέγγιση του Μύθου, που ολοκληρώνει μια παράδοση που ξεκίνησε με
τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού των
Horkheimer-Adorno, Υψιλον: Αθήνα, 1986, στο
B.Bettelheim, The Uses of
Enchantment, σ.35
–41[:Fairy tale vs Myth, optimism vs pessimism], Penguin: Λονδίνο, 1976.
[26] Carl Schmitt,
Theologie Politique, o.π. σελ.
38.
[28]Η Catherine Colliot - Thelene στο «Carl
Schmitt vs Max Weber : Juridicial Rationality & Economic Rationality» παρουσιάζει τους τομείς όπου συγκλίνει - αλλά και
αποκλίνει -η σκέψη του Carl
Schmitt με αυτή του Max Weber. Κατά τη συγγραφέα, οι δύο στοχαστές συγκλίνουν στους
τομείς της θετικοποίησης του Νόμου και στη
θεμελίωση των αξιών. Για τον Carl Schmitt, στη σύγχρονη θεωρία του
κράτους υπάρχει σύγχυση
"νομιμότητας" και "νομιμοποίησης". Κατ' αυτόν, από το
1848 το βασικό πρόβλημα δεν είναι η αντίθεση φυσικού-θετικού δικαίου, αλλά η
αντίθεση νομιμότητας-νομιμοποίησης (Legalitat und Legitimitat /
1932, Επιστολή στη Mme Wincelman /
20-12-1947). Παράλληλα, αν και αναγνωρίζουν και οι δύο το ζήτημα των αξιών ως πρωταρχικό, ο Carl Schmitt αντιπαρατίθεται στον
Weber και τον κατηγορεί
για υποκειμενιστική λογική στο ζήτημα των αξιών. Είναι μάλιστα το μοναδικό
σημείο όπου ο Σμιττ χρησιμοποιεί τον Heidegger για να στηρίξει την πρότασή του, χρησιμοποιώντας τη
θέση αυτού για τη φιλοσοφία των αξιών ως "θετικιστικού ερζάτ των
μεταφυσικών". Η κατά μέτωπο αντιπαράθεση γίνεται στον προσδιορισμό της έννοιας του ρασιοναλισμού, όπου
υπολανθάνει η μεγάλη αντίθεση μεταξύ καθολικισμού και προτεσταντισμού. Η
αντίθεση αυτή εμφανίζεται στην αντιπαράθεση των δύο βασικών τους κειμένων Romischer Katholizismus vs The Protestant Ethic. Ο
Σμιττ εισάγει την Βεμπεριανή έννοια του "χαρίσματος" στην έννοια της
ορθολογικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται αυτός. Αυτή είναι η χριστιανική ορθολογικότητα του
Καθολικισμού, εκφρασμένη από τη μορφή του αποστόλου Παύλου. Βέβαια, η
ορθολογικότητα αυτή αργότερα θα εξελιχθεί στο Jus Publicum Europeum. Στο : Chantal Mouffe, The Challenge of Carl Schmitt, ο.π., σ. 138 – 149.
[29]
Χορκχάιμερ - Αντόρνο, Η Διαλεκτική του
Διαφωτισμού, σελ. 20 -23, Ύψιλον: Αθήνα, 1986.
[31] Χορκχάιμερ - Αντόρνο,
ο.π., σελ. 23.
[34] Για τις θέσεις στο Telos και την αμερικάνικη άποψη για τον Carl Schmitt στο : Nadia Urbinati, «Schmitt's Critique of Liberalism», Cardoso Law Review, τ. 21.
[35] Και
στο , Carl Schmitt, Η θεωρία του Αντάρτη , Πλέθρον: Αθήνα, 1990, σελ. 77,78.
[36] Carl
Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού,
Κριτική: Αθήνα, 1988, σελ. 37.
Στο κεφάλαιο αυτό ο Carl Schmitt αναπτύσσει την ουσιώδη αντίφαση μεταξύ Κράτους
- κοινωνίας χρησιμοποιώντας το επιχείρημα του Jacob Burckhard "Weltgeschichtliche Bertractungen" [Σκέψεις στην παγκόσμια ιστορία](1870),
για την αντίφαση μεταξύ δημοκρατίας και φιλελεύθερου συνταγματικού κράτους.
[38] Ulrich Κ. Preuss, "Political
Order and Democracy: Carl Schmitt and
his influence", στο Chantal Mouffe, The Challenge
of Carl Schmitt, VERSO: Λονδίνο, 1999, σ. 157.
[39] Ο Urlich Κ. Preuss αναφέρει την υπόθεση της Hannah Arendt για ύπαρξη, ουσιαστικά, τριών ειδών
κοινωνικών συμβολαίων:
¨
Μεταξύ ατόμων --- ίδρυση της κοινωνίας
¨
Μεταξύ
λαού και Κυβερνήτη ( Νομοθέτη ) --- Νομιμοποιημένη Κυβέρνηση
¨
Μεταξύ Νομοθέτη και Λαού --- Περιορισμός της
εξουσίας.
Κατά την άποψή του, ο Carl Schmitt αναφέρεται στο
δεύτερο συμβολαιικό τύπο που παραπέμπει άμεσα στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Γερμανίας το
1918. Urlich Preuss, ο.π., σελ 169.
[41] Ellen Kennedy, "Carl Schmitt
and the Frankfurt School: A rejoinder", στο TELOS, ν.
73, σ. 101, 1987.
[42] Η
σχέση μεταξύ Benjamin -
Schmitt, θεμελιώνεται
κυρίως σε σχόλια και επιστολές του πρώτου στον Carl Schmitt με αφορμή τη
συγγραφή του έργου του "Ursprung des deutschen Trauerspiels "[Η προέλευση της
γερμανικής τραγωδίας]. Ο Benjamin
αναγνωρίζει τη βαθύτατη επίδραση του έργου του Σμιττ (κυρίως της Πολιτικής Θεολογίας) και τη
χρησιμοποίησή του ως πολιτικής-θεωρητικής βάσης για το παραπάνω κείμενό του.
Παράλληλα σε ένα γράμμα του (9 Δεκ. 1930) στον Σμιττ , ομολογεί το θαυμασμό του για το έργο του Σμιττ "Die Diktatur"[Η
δικτατορία], το οποίο τον ενέπνευσε στις αναζητήσεις του στη φιλοσοφία της
τέχνης κατ' αντιστοιχία με τις
αναζητήσεις του Carl Schmitt στη φιλοσοφία του Κράτους. Πιθανότατα ο Benjamin να "μεταφράζει" τη διατήρηση των θεολογικών
απεικονίσεων, από την εικόνα του ηγεμόνα στον νομοθέτη, στη δική του διατήρηση
της "αύρας" του έργου τέχνης και της αυτονόμησής του από το
δημιουργό. Εξ ίσου πιθανό είναι όμως να αποδέχεται την έννοια της commissarial δικτατορίας
ως αναγκαίο κακό για τη μεταβατική περίοδο της "δικτατορίας του
προλεταριάτου" και της - αναπόφευκτα συμφυούς - εκπαιδευτικής
(διαφωτιστικής) δικτατορίας. Για τις επιστολές και την παραπάνω σχέση των δύο
στοχαστών, στο Critical Inquiry, τ.25, ν. 2, Σικάγο, Horst Bredekamp " From Walter Benjamin to Carl Schmitt, via Tomas Hobbes ".
[43] Η
προβληματική αυτή εμφανίζεται μέσα από την αρθρογραφία της Kennedy στο Telos,
κυρίως μέσα από τα σχόλια για το κείμενο του Kirchheimer :Zur Frage der Souveranitat [για το πρόβλημα της
εθνικής κυριαρχίας] (1944). Αντίθετα, η άποψη του Jay εμφανίζεται μέσα στο
"κλασσικό" πια κείμενό του : Dialectical Imagination, University of California Press:
Καλιφόρνια, 1996, σ. 122, 144 επ., επίσης στο: Hellen Kennedy, «Carl Schmitt and the Frankfurt School», ο.π., σελ. 105 επ. Η
παραπάνω αντιπαράθεση τείνει να γίνει
"κλασσική", όπως φαίνεται και στο Paul Edward Gottfried , Carl Schmitt - Politics and Theory, Greenwood Press: Κονέκτικατ, 1990, σ.
24-25, 105.
[44] Carl
Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού,
ο.π., σελ. 37 - 41. Ο Preuss προσδιορίζοντας την έννοια του
"πολιτικού" κατά Σμιττ, αναφέρει ως "πολιτικό" την
κοινωνική ενέργεια που χρειάζεται για τη δημιουργία του Κράτους, το
κοινό αίσθημα του λαού. Είναι η συμβολαιική αντίληψη του "πολιτικού",
όπως τη συναντήσαμε παραπάνω, βλ. Ulrich Preuss, o.π.,
σελ. 156.
[45]
Σύμφωνα με τη δική του αντίληψη για τον προσδιορισμό της δημοκρατίας, ο
φασισμός και ο μπολσεβικισμός είναι πιο δημοκρατικά πολιτεύματα από τις Η.Π.Α.
και τη Βαϊμαρική Γερμανία. Στο
Stephen Holmes, The Anatomy of the
Antiliberalism, ο.π. σ. 48.
[46]
Βέβαια ο Carl Schmitt δεν αποφεύγει να εκφράσει την προτίμησή του στο φασιστικό
κράτος του Mussolini (Stato totalitario), όπως επίσης και την άποψή του ότι είναι προτιμότερο
οποιοδήποτε κράτος από την απουσία κράτους. Στο Jean-Francois Kervegan , "Carl Schmitt
& World Unity", στο Chantal Mouffe, The Challenge of Carl Schmitt, ο.π., σ. 56, 57,
58.
[47] Carl Schmitt, "Ethic of State
and Pluralistic State", στο Chantal Mouffe The Challenge of Carl Schmitt, ο.π., σ. 195-196. Στο πρωτοδημοσιευόμενο
(στη συλλογή αυτή ) κείμενο παρουσιάζεται
ξανά η σύγκριση των πολιτειακών αντιλήψεων του Carl Schmitt με αυτές των
Βρετανών στοχαστών Cole
& Laski.
- Η άποψη του Carl Schmitt, αλλά και του Max Weber, για την πλουραλιστική
κοινοβουλευτική δημοκρατία παρουσιάζεται και στο : Paul Hirst, "Carl Schmitt's Decisionism", Telos, No
72, 1987, σ. 24.
[49] Για
μια άλλη προσέγγιση του ολοκληρωτικού κράτους, στο Καρλ Σμιττ, Η θεωρία του Αντάρτη , ο.π., σελ. 19.
[50] Ο Jean - Francois Kervegan, παρουσιάζει την
θέση αυτή στηριζόμενος, κυρίως, σε δύο κείμενα του Carl Schmitt, όπου
επεξεργάζεται την έννοια του ολοκληρωτικού κράτους : Die Wendung zum totalen Staat [προς το ολοκληρωτικό κράτος]
(1931) και Weiterentwicklung des totalen Staates in Deutschland [περαιτέρω ανάπτυξη του ολοκληρωτικού κράτους στη
Γερμανία] (1933) στο "Carl Schmitt & World Unity", βλ. Chantal Mouffe, The Challenge of Carl Schmitt,
ο.π.
[51] Carl
Schmitt, Theologie Politique, ο.π.,
σελ. 15.
[53]Ο G. Ananiadis, στο «Carl Schmitt
& Max Andler : The Irreconcilability of Politics and Democracy», αναπτύσσει θέσεις του Carl
Schmitt όπως τις συναντάμε στο έργο του
Der Wert des Staates [η τιμή των
κρατών](1914). Εκεί
αναπτύσσεται η διάκριση μεταξύ Sein (Είναι - Υπάρχον) και Sollen (Δέον - Οφείλον) και της άποψης του Σμιττ περί υπάρξεως αγεφύρωτου
μεταξύ τους χάσματος. Στο
Chantal Mouffe The Challenge of Carl Schmitt, ο.π., σελ. 129 -131. Βλ. και στον
Preuss, "Political Order & Democracy", ο.π., σελ.157.
[55] Ralf Dahrendorf, Essays in the theory of Society, Stanford UP - Στάνφορντ,1968, ειδικά το "In Praise of Thrasymachus", σ. 129 - 150.
[56] Carl Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού, ο.π., σελ. 105
επ.
[57] Carl
Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού,
ο.π., σελ.63 και 68 - 69. Στο σημείο αυτό ο Σμιττ αναπτύσσει τις θέσεις του για
την πολιτική κοινότητα, κυρίως, σε αντιδιαστολή με την
"πλουραλιστική" θεωρία της κοινωνίας, όπως αναπτύσσεται την εποχή
εκείνη από τους Cole
και Laski.
[58] Carl Schmitt, The Crisis of Parliamentary Democracy, ο.π., σ. 9. Και στο
Chantal Mouffe, The Democratic Paradox
στο «Schmitt and
the Paradox of Liberal Democracy», ο.π.
[59] Από τον ονομαστό πια πρόλογο της δεύτερης
(1926) έκδοσης του έργου του για την
κρίση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Carl Schmitt, ο.π., σελ. 9, 11, 12.
[60] Για
τη θεωρία της δημοκρατίας του Σμιττ και στο G. Ananiadis,
"Carl Schmitt
& Max Andler.
The Irreconcilability of Politics and Democracy",
ο.π., σελ. 127.
[62] Για
την αξίωση της Ισότητας στο Δ.
Χαραλάμπης, Δημοκρατία και Παγκοσμιοποίηση, ο.π., σελ.117 επ.
[63]
Είναι ενδιαφέρουσα η πρόσληψη των επιχειρημάτων του Σμιττ από τον Χ. Μαρκούζε
και η ενίσχυση του επιχειρήματος που θέλει μια άμεση επιρροή του Σμιττ σε
πολλούς στοχαστές της Σχολής της Φραγκφούρτης. Χαρακτηριστική είναι η
Σμιττ-ιανή επιχειρηματολογία του Μαρκούζε για να προσβάλλει τις βασικές θέσεις
του Υπαρξισμού και του στείρου Κοσμοπολιτισμού (όπως τον πλασάρει ο
φιλελευθερισμός), βλ. Χ. Μαρκούζε, Αρνήσεις
- Η πάλη ενάντια στον φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη για το κράτος,
Ύψιλον: Αθήνα, 1982, σελ. 37, 39 και ειδικότερα
46 - 52.
[65] Carl Schmitt, The crisis of Parliamentary Democracy, ο.π. σελ. 19 και στο Jorge E. Dotti, " From Karl
to Carl. Schmitt as a reader of Marx " στο Chantal Mouffe, The Challenge of Carl Schmitt, ο.π., σελ. 95.
[66] Carl Schmitt, The Crisis of Parliamentary Democracy, ο.π., σελ. 26 - 28 και
στο G. Ananiadis, "Schmitt &
Andler", ο.π., σελ.127.
[68] Carl Schmitt, Τhe Crisis of
Parliamentary Democracy, ο.π., σελ. 27, 28, αλλά και
στον Urlich K. Preuss,
"Political Order & Democracy", ο.π., σελ.168, όπου διαπραγματεύεται το ίδιο θέμα μέσα από το
κείμενο του Carl Schmitt, Verfassungslehre [συνταγματική θεωρία] (1928).
[69] Carl
Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού, σελ. 46 επ.
[70] Ο Stephen Holmes , με επίκεντρο το έργο
του Carl Schmitt, Der Leviathan [Λεβιάθαν] (1938), τον
παρουσιάζει να απομακρύνεται από τον Hobbes θεωρώντας τον υπεύθυνο για την καταστροφή του
πανίσχυρου Λεβιάθαν, μιάς και σκόρπισε τον σπόρο του κακού διακρίνοντας τον
κοινωνικό βίο σε δημόσιο και ιδιωτικό. Σύμφωνα με τη λογική του
Σμιττ, ο Hobbes έδωσε
την ευκαιρία στον παραμονεύοντα Εβραίο (!) Spinoza να αντιστρέψει το οικοδόμημα του (η Δημόσια Ειρήνη
υπερισχύει της Ελευθερίας Συνείδησης) και να οικοδομήσει το φιλελεύθερο μοντέλο
(η Ελευθερία Πίστεως προηγείται και περιορίζει τα δικαιώματα του Κυρίαρχου),
στο : The Anatomy of Antiliberalism o.π., σελ. 53.
- Για τον Paul Hirst, η ικανότητα του Κράτους να προχωρήσει στην εξωτερική
σύγκρουση, κατά Σμιτ, προϋποθέτει την εσωτερική τάξη και ειρήνη, στο «Carl Schmitt's Decisionism»,
Telos, ο.π., σ.17.
[71] Paul Hirst, " Carl Schmitt's Decisionism",
Telos, ο.π., σελ. 17.
[72]"Volkerrechtliche formen des modernen Imperialismus" [αστικό-δικαιϊκή μορφή του σύγχρονου ιμπεριαλισμού] (1932),
"Die Wendung zum diskriminiereden Kriegsbegriff " [Η στροφή της εξαίρεσης στον όρο του πολέμου] (1938),
στο Jean- Francois Kervegan, "Carl Schmitt and World Unity", The Challenge of Carl Schmitt,
ο.π, σ. 59.
[73] Η
Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) δημιουργήθηκε μετά τον Αο παγκόσμιο πόλεμο και τις
συνθήκες των Βερσαλιών. Η Γερμανία θα αποχωρήσει μετά την άνοδο του Χίτλερ στην
εξουσία ενώ ορισμένες χώρες θα αποκλειστούν εξαρχής (Σοβιετική Ένωση).
[74] Συνθήκη
μεταξύ Γερμανίας, Γαλλίας και Η.Π.Α. για μη χρήση του πολέμου για επίλυση
διαφορών. Αργότερα θα την
υπογράψουν και άλλα κράτη. Βλ. και C. Schmitt, Le
nomos de la Terre, PUF: Παρίσι, 2001, σ. 278, 294.
[75] Jean-Francois Kervegan, "Carl
Schmitt and World Unity", στο Chantal Mouffe, The Challenge of
Carl Schmitt, ο.π., σ.61,62.
[76]
Χρησιμοποιούμε τον όρο «έκταση» και «επέκταση» ως μετάφραση του όρου Raum, Grossraum επειδή
θεωρούμε ότι πλησιάζει περισσότερο στις έννοιες που πραγματεύεται ο Κ. Σμιττ.
[77] Βλ.
προσέγγιση της έννοιας στο Carl Schmitt,
Le nomos de la Terre, ο.π.,
σ.322. Η έννοια προέρχεται από τη σύνθεση των λέξεων: «μεγάλη» και «έκταση»
αλλά ο Σμιττ της αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο.
[78] Για
τη θεμελίωση της έννοιας της Παγκόσμιας Κοινωνίας και στο Δ. Χαραλάμπης, Δημοκρατία και Παγκοσμιοποίηση,
ο.π., σελ. 157 -164.
[80] Πολύ
ενδιαφέρουσα είναι η πρόσληψη της άποψης του Carl Schmitt για το Grossraum από τον Nikolai von Kreitor και η τρομακτική επικαιρότητά της. Στο Nikolai von Kreitor, "Carl
Schmitt, Grossraum and Russian Monroe Doctrine", 8-12-1999, στο www. mtholyoke.edu /courses/ sfjones/ russian-forum.
[82] Για
τη σχέση του Carl Schmitt και της πολιτικής αισθητικής στο : David Pan, "Political
Aesthetics: Carl Schmitt on Hamlet", Telos,
No 72, Summer 1987, σ.
153 επ.. Η
Αμλετική αναφορά του Σμιτ μας πάει πίσω στο άλλο έργο του Πολιτικός Ρομαντισμός ( 1919 )
και στην προσπάθειά του να εξηγήσει, με σεξιστικές αναφορές, την
αποτυχία της Γερμανίας στον 1Ο π.π. Βλ. και Stephen Holmes, The Anatomy of the Antiliberalism, ο.π., σ. 44-47.
Για τις σεξιστικές αναφορές στο έργο του
Carl Schmitt, και όχι μόνο, στο Δ. Χαραλάμπης, Δημοκρατία και Παγκοσμιοποίηση, ο.π., σελ. 90.
[83] Σε
ένα άλλο σημαντικό έργο του το Der new Nomos der Erde (1950), θα τροποποιήσει λίγο τις προβλέψεις του δίνοντας
τρεις πιθανότητες στην παγκόσμια τάξη: α) Κυριαρχία μίας υπερδύναμης, β)
ισορροπία υπερδυνάμεων και γ) ισορροπία μπλοκ δυνάμεων. Το αναλυτικό αυτό σχήμα
δείχνει να έχει την ικανότητα να εντάσσει όλες τις ιστορικές μορφές ισορροπίας
των μεγάλων δυνάμεων. Ο ίδιος δείχνει μια προτίμηση στην τρίτη λύση (που
αχνοφαίνεται και πάλι στον ορίζοντα ως τριπολική ισορροπία (παλαιότερα: NAFTA – ΕΕ – Ασία) ή πολυπολική (: ΗΠΑ – Ρωσία – Κίνα - ΕΕ).
Γαλλική μετάφραση, Carl Schmitt, Le nomos de la Terre, PUF, Παρίσι, 2001. Επίσης στο Jean-Francois Kervegan , " Carl Schmitt
& World Unity ", ο.π.
[85] Ι.
Καντ, Για την αιώνια ειρήνη,
Αλεξάνδρεια: Αθήνα, 1992. Ο Σμιττ ειρωνεύεται τον Καντ για την προσπάθεια που
κάνει να αιτιολογήσει αφενός μεν την αναγκαιότητα διεθνούς συνεννόησης των
κρατών και αφετέρου το ενδεχόμενο εξωτερικής απειλής από τον «άδικο εχθρό» (injustus hostis) όπως τον ονομάζει. C. Schmitt, Le nomos de la Terre, ο.π., σ. 168-171.
[87] Για
την θεωρητική κατασκευή του Huntington
στο, Δημήτρης Χαραλάμπης, Δημοκρατία και
Παγκοσμιοποίηση, ο.π., κυρίως σελ 260- 278.
[88] Gary Ulmen, " Toward a New
World Order: Introduction to Carl Schmitt's 'The Land Appropriation of a New
World' ", Telos, 1996, No
109, ο.π., και στο «Carl
Schmitt Now», ο.π., σ.10 επ.
[90] William Lasch, " A just war?
Or just a war? Schmitt, Habermas and the Cosmopolitan Orthodoxy", ο.π., σ. 1665 επ.
[91] Η Chantal Mouffe εστιάζει στο ζήτημα
των ταυτοτήτων, ως προσδιοριστικού παράγοντα της δημοκρατίας, η συγκρότηση της
οποίας γίνεται αποκλειστικά μέσα από
αυτές και στηρίζεται στη, θεμελιακά αξιωμένη, ενότητα του Δήμου και την κυριαρχία
της θέλησής του. Δεν αρκεί να "νομοθετεί" ο λαός, αλλά πρέπει να
ορίσουμε και "ποιοι ανήκουν σε αυτόν". Πρέπει να συγκροτήσουμε τις
ταυτότητες "νομοθετούντων" και "κυβερνωμένων". Στο, Chantal Mouffe, The Democratic Paradox, o.π., σελ.43.
[92] Slavoj Zizek, " Carl
Schmitt in the Age of the Post - Politics ", στο Chantal Mouffe, The Challenge of C. Schmitt, ο.π., σ. 28.
[93] William Rasch, "A Just War? Or just a War?",
ο.π.
[94] Για τη σχέση Δήμου και Έθνους και την
επαναφορά της στην ημερήσια διάταξη, στο: Δ. Χαραλάμπης, Δημοκρατία και Παγκοσμιοποίηση, ο.π., σελ. 182 - 189.
[95] Στο
Chantal Mouffe, The
Democratic Paradox , "Schmitt & The Paradox of Liberal Democracy",
ο.π., σ. 37.
[96] Carl Schmitt, Η Έννοια του πολιτικού , ο.π., σελ.89-90 και στο The Crisis of the Parliamentary Democracy, ο.π., σελ. 10,11.
- Και η
αντιπαράθεση Carl
Schmitt και Habermas,
στο William Rasch, "A just War? Or just a War?", ο.π.
[98] Carl
Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού, ο.π., σελ. 68,69, 105.
[100]
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η κριτική της Mouffe στο
Ρωλσιανό μοντέλο, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Ρωλς, Political Liberalism. Η ελάχιστη ηθική
συναίνεση του Rawls και
η προϋπόθεση της ορθολογικότητας των ατόμων, έτσι όπως την θεωρεί δεδομένη ο Rawls, ουσιαστικά
αποκαλύπτουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει πλουραλισμός όσο οι αρχές της πολιτικής
οργάνωσης αποκλείουν αυτούς που αρνούνται τα αξιώματα του φιλελευθερισμού.
Αυτό, βεβαίως, λέει η Mouffe,
είναι πολιτική απόφαση. Και όταν
υπεισέρχεται το πολιτικό ο Rawls
δεν έχει απάντηση. Η κοινωνία του είναι μια κοινωνία όπου έχει αποκλειστεί η
"πολιτική". Αν κάποιος διαφωνεί πρέπει να υποκύψει και να δεχθεί τις
αρχές της δικαιοσύνης. Είναι μια τέλεια κοινωνία, όπου απουσιάζει ο
ανταγωνισμός, η βία, η ισχύς και η καταπίεση. Και όλα αυτά χάρις στο κόλπο του
"ορθολογικού πλουραλισμού". Chantal Mouffe, The Challenge of
C. Schmitt, o.π., σελ.24 - 31.
[102] Chantal Mouffe, ο.π., σελ.
54.
[103] Από
τον Πλάτωνα μέχρι το σύγχρονο, εθνικιστικό μύθο, ο φόβος αυτός πλανιέται πίσω
από το επιχείρημα του συντηρητικού (αλλά και όχι μόνο) πολιτικού χώρου. Άλλωστε
η ιστορική συγκυρία φαίνεται να δικαιολογεί απόλυτα τους φόβους του Carl
Schmitt.
[105] Ίσως
και πολιτειακών μορφών, βλ. π.χ. το παράδειγμα της Κίνας. Η αυτονόμηση του
οικονομικού από το πολιτικό (άσχετα πως αυτοαποκαλείται και τι πραγματικά
είναι) μας προϊδεάζει για μια (συγκλονιστική;) απεμπλοκή της οικονομίας της
αγοράς από το πολιτικό περιτύλιγμά της. Η διεισδυτική (και διαβρωτική)
ικανότητά της δείχνει να την καθιστά άτρωτη εμπρός στο κοινωνικό-πολιτικό
ζήτημα και να θεωρείται, πλέον, δεδομένη η κυριαρχία της. Ίσως να είναι ο νέος,
παγκόσμιος, κυρίαρχος που έψαχνε ο Σμιττ.
[106] Jorge E. Dotti, "From Karl
to Carl. Schmitt as a reader of Marx", στο Chantal Mouffe The Challenge of C. Schmitt, ο.π., σ.112. Για μια ακόμη μετα-μοντέρνα ανάγνωση του Σμιττ στο Carlo
Galli, " Carl Schmitt's Antiliberalism : Its theoretical and historical
sources and its philosophical and political meaning ", Cardoso Law Review, ο.π., τ. 21.
[107] Για
τη σχέση Carl
Schmitt και Μαρξ στα: Benedetto Fontana, "Notes
on Carl Schmitt and Marxism ", Cardoso Law Review, τ. 21,όπου ξανασυναντάμε το επιχείρημα του
Πολέμαρχου, στο
Jorge E. Dotti, "Schmitt reads Marx
", Cardoso Law Review, τ. 21 και στο "C. Schmitt as a
reader of Marx" στο Chantal Mouffe, The Challenge of C. Schmitt, ο.π.
[108] Chantal Mouffe, The Challenge of C. Schmitt, ο.π.,σελ. 13. Ο αγωνιστικός
πλουραλισμός δεν αντιπαραθέτει Εχθρούς, αλλά ανταγωνιστές που μοιράζονται
το ίδιο "συμβολικό" πεδίο, απλώς θέλουν να το οργανώσουν διαφορετικά.
[110] Ρ.
Μίχελς, Κοινωνιολογία των πολιτικών κομμάτων
στη σύγχρονη δημοκρατία, Γνώση: Αθήνα,
1996.
1 σχόλιο:
Τι εννοείς, ότι ο Σαμαράς είναι φασίστας, η ελλάδα ολοκληρωτικό κράτος και οι κάτοικοί της ένα αγελαίο τσούρμο θρασύδειλων και υποτακτικών με καραβανάδικη νοοτροπία; Άντε καλε!
Δημοσίευση σχολίου